Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013 11:50

Τα χρώματα της γύρης

Γράφτηκε από 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Τα καροτινοειδή και τα φλαβονοειδή είναι οι πιο κοινές χρωστικές ουσίες των γυρεόκοκκων.
Συχνά θεωρούμε ότι το χρώμα της γύρης είναι μόνο το κίτρινο. Παρόλα αυτά τη συναντάμε σε όλα τα πιθανά χρώματα, ακόμα και στο βαθύ μπλε! Είναι σχετικά εύκολο να εντοπίσουμε ποια φυτά έχει επισκεφτεί η μέλισσα, εξετάζοντας τις γυρεοπαγίδες. Για μια λεπτομερέστερη εξακρίβωση της επισκεπτόμενης χλωρίδας, είναι αναγκαία μια γυρεοσκοπική εργαστηριακή ανάλυση, αν και τις περισσότερες φορές το χρώμα των γυρεόκοκκων μας υποδεικνύει τα φυτά αυτά. Τα χρώματα της γύρης είναι πραγματικά εντυπωσιακά!
Το 1947, η Dorothy Hodges, μια Βρετανίδα ζωγράφος και μελισσοκόμος, είχε την ιδέα να δημιουργήσει ένα χρωματικό δειγματολόγιο των γυρεοκόκκων. Για το λόγο αυτόν, επισκέφτηκε στην Ελβετία την φίλη της Anna Maurizio, μια παγκοσμίως γνωστή μελισσοπαλυνολόγο, προκειμένου να μάθει τα πάντα σχετικά με τους γυρεόκοκκους και να λάβει υποστήριξη για την πραγματοποίηση της ιδέας της. Το 1952, με τη βοήθεια της Διεθνούς Ένωσης Μελισσοκομικής Έρευνας, δημοσίευσε το βιβλίο της, το μόνο που περιέχει χρωματικό δειγματολόγιο των γυρεόκοκκων, και στο οποίο η Hodges εικονογράφησε τους γυρεόκοκκους των πιο κοινών φυτών του Ηνωμένου Βασιλείου. Το βιβλίο τυπώθηκε μόνο σε 200 αντίτυπα, και αποτελεί έναν πραγματικό θησαυρό για μελισσοκόμους, βοτανολόγους και συλλέκτες.

Πηγή: Botanical Illustration
Τα χρώματα της γύρης
Διαβάστηκε 3427 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013 20:05
Σοφία Αντωνοπούλου

Διαχειρίστρια του AromaFarm.gr

Ιστότοπος: www.aromafarm.gr E-mail Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σχετικά Άρθρα

  • ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ
    Ο καλοκαιρινός ήλιος λάμπει σε έναν μόνιμα ασυννέφιαστο και καταγάλανο ουρανό. Τα πολύμηνα ζεστά και ξηρά μεσογειακά καλοκαίρια διακόπτονται μόνο από κάποια ξαφνική μπόρα που ξεσπά αναπάντεχα, κυρίως στα ορεινά. Οι υψηλές βαρομετρικές πιέσεις που κυριαρχούν δεν αφήνουν τα υγρά μέτωπα του Ατλαντικού να επεκταθούν προς τα ανατολικά και να φέρουν σύννεφα και βροχή.

    ΟΙ ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
    Με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού, τα χόρτα και τα σπαρτά κιτρινίζουν. Οι ελιές, οι χαρουπιές, τα πεύκα, τα κυπαρίσσια αντιστέκονται στις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία της θερινής περιόδου και διατηρούν τα πράσινα σκληρά φύλλα τους. Το ίδιο και τα πουρνάρια, οι σχίνοι, οι κουμαριές, τα ρείκια. Το κίτρινο και το βαθυπράσινο είναι τα χρώματα του βουνού, το βαθυγάλανο του ασυννέφιαστου ουρανού και της ήμερης θάλασσας. Το καλοκαίρι στη Μεσόγειο είναι η εποχή των αρωμάτων, του θυμαριού, του φασκόμηλου, της πικροδάφνης και της λεβάντας.
    Για τα περισσότερα φυτά και τις καλλιέργειες στη ζώνη της ελιάς, η δύσκολη περίοδος δεν είναι ο χειμώνας, αλλά το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι.
    Ορισμένα από τα ποώδη φυτά, όπως οι παπαρούνες, τα χαμομήλια, οι μαργαρίτες, τα λαγόχορτα και τα άλλα μονοετή των λιβαδιών, βλαστάνουν το φθινόπωρο, ανθίζουν και κάνουν σπόρους την άνοιξη, μαραίνονται και πεθαίνουν με τις πρώτες μεγάλες ζέστες στις αρχές του καλοκαιριού. Όμως οι σπόροι τους έχουν ένα σκληρό ανθεκτικό περίβλημα για να επιβιώνουν στους καύσωνες. Το φθινόπωρο, με τις πρώτες βροχές, οι σπόροι θα ανοίξουν και η γη θα πρασινίσει ξανά, σαν σε μια δεύτερη άνοιξη. Άλλα φυτά, όπως τα κυκλάμινα, οι ίριδες, οι κρόκοι, οι ορχιδέες, οι ασφόδελοι, πεθαίνουν μόνο επιφανειακά το καλοκαίρι. Στην πραγματικότητα, όμως, παραμένουν ζωντανοί οι κόνδυλοι, οι βολβοί και οι ρίζες τους κάτω από το χώμα. Εκεί τα φυτά αυτά έχουν αποθηκεύσει τροφές και υγρασία, ώστε να διατηρηθούν στη ζωή ως τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου.
    Οι θάμνοι και τα δέντρα μειώνουν στο ελάχιστο τις απώλειες υγρασίας και ενέργειας και αναστέλλουν την ανάπτυξή τους κατά την ξηρή περίοδο, πέφτοντας σε ένα είδος θερινής νάρκης. Τα φύλλα τους, όπως τα φύλλα της ελιάς, είναι μικρά, για να έχουν μειωμένη επιφάνεια, σκληρά και δύσκαμπτα, γιατί διαθέτουν προστατευτικά στρώματα από σκληρούς και ανθεκτικούς μονωτικούς ιστούς, που εμποδίζουν την υγρασία να διαφύγει, γι’ αυτό και η μεσογειακή ζώνη ονομάζεται «ζώνη των σκληρόφυλλων».
    Άλλα φυτά, προσαρμοσμένα στις περισσότερο ξηρές περιοχές, όπως το θυμάρι, οι αφάνες και οι φασκομηλιές, αλλάζουν τα χειμωνιάτικα φύλλα τους με πολύ μικρότερα «καλοκαιρινά», περιορίζοντας ακόμη πιο πολύ την εξάτμιση και τη διαπνοή.
    Το άρωμα του θυμαριού, της ρίγανης, της λεβάντας και των άλλων αρωματικών θάμνων είναι και αυτό μέρος της προσαρμογής. Οι μυρωδιές του καλοκαιριού προέρχονται από τα αιθέρια έλαια που εκλύουν τα φύλλα των αρωματικών. Αυτά δημιουργούν ένα προστατευτικό κάλυμμα στις επιφάνειες των φύλλων και μειώνουν ακόμη περισσότερο την εξάτμιση. Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική λειτουργία τους. Τα αιθέρια έλαια δεν αρέσουν στα περισσότερα φυτοφάγα ζώα και αυτό προστατεύει τα αρωματικά φυτά από τη βουλιμία τους. Συνιστούν όμως και αποτελεσματικά όπλα στον χημικό πόλεμο μεταξύ των φυτών για την επιβίωση. Το άρωμα της φασκομηλιάς εμποδίζει τους σπόρους των άλλων φυτών να βλαστήσουν. Η μυρωδιά του θυμαριού είναι τόσο αποτελεσματική, που δεν αφήνει να βλαστήσουν ούτε οι δικοί του σπόροι που πέφτουν κοντά. Η λιγοστή υγρασία του εδάφους δεν φτάνει για όλους.
    Η βλάστηση στη μεσογειακή ζώνη έχει αναπτύξει και άλλους μηχανισμούς προσαρμογής στην ξηρασία και τη ζέστη του καλοκαιριού. Τα φυτά περιορίζουν την ορατή ανάπτυξή τους, αλλά αναπτύσσουν ένα ριζικό σύστημα που εισχωρεί σε κάθε χαραμάδα του πετρώδους εδάφους ή εκτείνεται σε μεγάλη έκταση και σε μικρό βάθος παράλληλα με την επιφάνεια του εδάφους, αναζητώντας χώμα και υγρασία.

    ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ
    Η πιο ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή στρατηγική των μεσογειακών φυτών είναι η προσαρμογή τους στη φωτιά. Στο ξηρό μεσογειακό κλίμα, η φωτιά είναι φυσικό φαινόμενο. Έχουν βρεθεί όμως ίχνη, που δείχνουν ότι στην περιοχή της Μεσογείου η φωτιά χρησιμοποιείται συστηματικά από τον άνθρωπο εδώ και τουλάχιστον μισό εκατομμύριο χρόνια, για τον καθαρισμό του εδάφους από τη βλάστηση, για το κυνήγι και τη δημιουργία λιβαδιών. Στο μακρύ αυτό χρονικό διάστημα, τα φυτά έμαθαν να ζουν με τη φωτιά, όπως και με την ξηρασία, και έχουν αναπτύξει μηχανισμούς προσαρμογής, που τους επιτρέπουν να επιβιώνουν. Για το λόγο αυτόν, ονομάζονται και «πυρόφυτα».
    Για παράδειγμα, η λαδανιά, το θυμάρι και οι αφάνες, επιζούν μετά τη φωτιά χάρη στους σπόρους τους, οι οποίοι δεν είναι μόνο ανθεκτικοί στη φωτιά, αλλά επίσης η θερμότητα που αναπτύσσεται τους αφυπνίζει και ευνοεί τη βλάστησή τους αμέσως μετά την πυρκαγιά.
    Τα πεύκα, που είναι ιδιαίτερα εύφλεκτα λόγω του ρετσινιού τους, βασίζουν την επιβίωσή τους στους σπόρους τους. Η ζέστη της φωτιάς κάνει τα κουκουνάρια να σκάνε και να εκτινάσσουν τους σπόρους τους σε μεγάλες αποστάσεις. Μετά τη φωτιά, η έκταση ενός πευκοδάσους που κάηκε, εποικίζεται από νεαρά πεύκα, που έχουν ξεπηδήσει από τους αφυπνισμένους σπόρους που έπεσαν στο καμένο έδαφος. Τα νεαρά πεύκα ευνοούνται από τα ανόργανα θρεπτικά συστατικά που περιέχονται στις στάχτες του καμένου πευκοδάσους. Δηλαδή, θεωρητικά, ένα πευκοδάσος επανέρχεται αναζωογονημένο μετά από μια πυρκαγιά, υπό την προϋπόθεση ότι οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές, και οι πυρκαγιές δεν συμβαίνουν σε μικρά χρονικά διαστήματα, όταν ακόμη τα πεύκα είναι νέα.
    Στο κλίμα της Μεσογείου, η φωτιά συνιστά μέρος του φυσικού κύκλου των φυτοκοινωνιών. Η δράση της δεν είναι αναγκαστικά καταστροφική, πολλές φορές, αντίθετα, βοηθά τις γηρασμένες φυτοκοινωνίες να ανανεωθούν.
    Οι περιοδικές φωτιές και η βόσκηση από άγρια φυτοφάγα ήταν ανέκαθεν οι δυο σταθερές των μεσογειακών οικοσυστημάτων. Κερδισμένα από αυτήν την ιδιότυπη φυσική επιλογή βγήκαν τα ποώδη φυτά και τα αγριολούλουδα, που αποτελούν το μεγαλύτερο και το πιο όμορφο μέρος της μεσογειακής χλωρίδας.

    ΤΟ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΜΩΣΑΪΚΟ
    Στον μεσογειακό χώρο αναπτύχθηκαν και από εκεί διαδόθηκαν στον υπόλοιπο κόσμο μια σειρά καλλιεργούμενα είδη και ποικιλίες, όπως το σιτάρι, το κριθάρι, οι φακές, τα κουκιά, τα φασόλια, οι ελιές και τα σταφύλια. Το πολύπλοκο μωσαϊκό από αμπέλια, ελαιώνες, οπωροφόρα, μικρούς ποτιστικούς λαχανόκηπους, ξηρικά χωράφια με δημητριακά, βοσκοτόπια και ακαλλιέργητες ή εγκαταλελειμμένες εκτάσεις, με βλάστηση σε όλα τα στάδια της φυσικής διαδοχής, έχει οδηγήσει σε μια μεγάλη διαφοροποίηση των βιοτόπων. Αυτή η μοναδική ετερογένεια φυσικού και καλλιεργημένου περιβάλλοντος προσφέρει ένα εύρος ευκαιριών σε μυριάδες είδη χλωρίδας και πανίδας, συνιστώντας ένα ανοικτό φιλόξενο οικοσύστημα, που έχει ενσωματώσει μια πολύ πλούσια χλωρίδα και πανίδα, με προγόνους τόσο από την εύκρατη ζώνη της Ευρασίας, όσο και από την τροπική της Αφρικής. Μόνο στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί 6.000 διαφορετικά είδη φυτών, πολλά από τα οποία δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο. Ανάλογη είναι η ποικιλία της χλωρίδας στην Ισπανία και στην Τουρκία.
    Ο πυκνοκατοικημένος μεσογειακός μας κήπος είναι διπλά ευαίσθητος: κινδυνεύει τόσο από την καταστροφική δραστηριότητα του ανθρώπου, όσο και από την εγκατάλειψη. Το πολύμορφο μωσαϊκό του τοπίου πρέπει να διατηρηθεί, ώστε να αποφευχθεί η διάλυση, η απλούστευση, η τυποποίηση και η αντικατάστασή του από ένα τοπίο μονότονο, ομοιογενές, φτωχό σε χρώμα και βιολογικό πλούτο.

    Πηγή: Η οικογεωγραφία της Μεσογείου, Διεπιστημονικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών Ερευνών (ΔΙΠΕ), εκδόσεις Στοχαστής, 2001 - Δήμος Τσαντίλης, Το μεσογειακό τοπίο
  • ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΑΤΕ ΤΑ ΕΝΤΟΜΑ ΣΗΜΕΡΑ;
    Τα έντομα παίζουν έναν ρόλο ζωτικής σημασίας, ο οποίος συχνά δεν τους αναγνωρίζεται, στη διατήρηση της ζωής στη Γη. Ένα μεγάλο μέρος των φυτικών ειδών του πλανήτη εξαρτάται από τα έντομα για τη γονιμοποίηση των ανθών του. Τα φυτά επίσης ωφελούνται όταν τα έντομα βοηθούν στη χαλάρωση του εδάφους γύρω από τις φυτικές ρίζες και διασπούν τους νεκρούς ιστούς σε θρεπτικά συστατικά, τα οποία είναι χρήσιμα για τα φυτά. Στη συνέχεια, τόσο ο άνθρωπος, όσο και τα’ άλλα ζώα, τρέφονται από τα φυτά, είτε με άμεση κατανάλωση, είτε τρώγοντας άλλα ζώα, που είναι φυτοφάγα.
    Πραγματικά, εάν κάποια στιγμή εξαφανίζονταν όλα τα έντομα, τα περισσότερα αμφίβια του πλανήτη, ερπετά, πτηνά και θηλαστικά θα εξαφανίζονταν μέσα σ’ ένα χρόνο, λόγω της εξάλειψης του μεγαλύτερου μέρους της φυτικής ζωής. Η γη θα καλυπτόταν από νοσηρή βλάστηση και κουφάρια ζώων, τα οποία θα αποσυντίθονταν από τις τεράστιες ορδές των βακτηριδίων και των μυκήτων. Η γη κατά κανόνα θα ήταν καλυμμένη από στρώματα βλάστησης, που θα γονιμοποιούσε ο άνεμος και από συστάδες μικρών δέντρων και θάμνων.
    Είμαστε τυχεροί που τα πράγματα δεν είναι έτσι, διότι τα έντομα, τα οποία εμφανίστηκαν στον πλανήτη εδώ και 400 εκατομμύρια χρόνια, αποτελούν εκπληκτικές μορφές ζωής. Ήταν τα πρώτα ζωικά είδη που εισέβαλαν στη γη και στη συνέχεια στον αέρα. Σήμερα αποτελούν την πλέον διαδεδομένη, άφθονη και προσαρμόσιμη μορφή ζωικού είδους. Οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει περίπου 876.000 είδη εντόμων σε σχέση με τα μόλις 4.000 γνωστά είδη θηλαστικών, όμως πιστεύουν πως υπάρχουν εκατομμύρια όμοιων ειδών. Τα έντομα μπορούν να εξελίσσουν με ταχύτατους ρυθμούς νέα γενετικά χαρακτηριστικά, όπως αντίσταση στα εντομοκτόνα. Διαθέτουν επίσης μια εξαιρετική ικανότητα να εξελίσσονται σε νέα είδη, όταν έρχονται αντιμέτωπα με νέες περιβαλλοντικές συνθήκες, και παρουσιάζουν ιδιαίτερα μεγάλη αντίσταση στην εξαφάνιση του είδους.
    Μερικοί επιστήμονες διερωτώνται αν τα έντομα πρόκειται να κυριεύσουν τον πλανήτη μόλις και εάν εξαφανιστεί ολοκληρωτικά το ανθρώπινο είδος. Αυτό αποτελεί ένα λανθασμένο ερώτημα. Τα δισεκατομμύρια έντομα που υπάρχουν σε κάθε χρονική περίοδο ήδη κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της γης επί εκατομμύρια χρόνια, και το πλέον πιθανό είναι να εξακολουθήσουν να υπάρχουν επί εκατομμύρια χρόνια ακόμη. Τα έντομα μπορούν να υπάρξουν και χωρίς εμάς, όμως εμείς και κάθε άλλο είδος ζωντανού οργανισμού σύντομα θα εξαφανιστούμε χωρίς την ύπαρξή τους.


    Πηγή: Βιώνοντας το Περιβάλλον, G. Tyler Miller Jr, Ίων, 9η έκδοση
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Η ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΠΟΡΟΙ »