Σοφία Αντωνοπούλου

Σοφία Αντωνοπούλου

Διαχειρίστρια του AromaFarm.gr
URL Ιστότοπου: http://www.aromafarm.gr
Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013 13:20

ΖΩΑ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΣ

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013 11:07

video

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013 14:17

ΤΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

Ο καλοκαιρινός ήλιος λάμπει σε έναν μόνιμα ασυννέφιαστο και καταγάλανο ουρανό. Τα πολύμηνα ζεστά και ξηρά μεσογειακά καλοκαίρια διακόπτονται μόνο από κάποια ξαφνική μπόρα που ξεσπά αναπάντεχα, κυρίως στα ορεινά. Οι υψηλές βαρομετρικές πιέσεις που κυριαρχούν δεν αφήνουν τα υγρά μέτωπα του Ατλαντικού να επεκταθούν προς τα ανατολικά και να φέρουν σύννεφα και βροχή.

ΟΙ ΑΝΤΙΞΟΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού, τα χόρτα και τα σπαρτά κιτρινίζουν. Οι ελιές, οι χαρουπιές, τα πεύκα, τα κυπαρίσσια αντιστέκονται στις υψηλές θερμοκρασίες και την ξηρασία της θερινής περιόδου και διατηρούν τα πράσινα σκληρά φύλλα τους. Το ίδιο και τα πουρνάρια, οι σχίνοι, οι κουμαριές, τα ρείκια. Το κίτρινο και το βαθυπράσινο είναι τα χρώματα του βουνού, το βαθυγάλανο του ασυννέφιαστου ουρανού και της ήμερης θάλασσας. Το καλοκαίρι στη Μεσόγειο είναι η εποχή των αρωμάτων, του θυμαριού, του φασκόμηλου, της πικροδάφνης και της λεβάντας.
Για τα περισσότερα φυτά και τις καλλιέργειες στη ζώνη της ελιάς, η δύσκολη περίοδος δεν είναι ο χειμώνας, αλλά το μακρύ, θερμό και άνυδρο καλοκαίρι.
Ορισμένα από τα ποώδη φυτά, όπως οι παπαρούνες, τα χαμομήλια, οι μαργαρίτες, τα λαγόχορτα και τα άλλα μονοετή των λιβαδιών, βλαστάνουν το φθινόπωρο, ανθίζουν και κάνουν σπόρους την άνοιξη, μαραίνονται και πεθαίνουν με τις πρώτες μεγάλες ζέστες στις αρχές του καλοκαιριού. Όμως οι σπόροι τους έχουν ένα σκληρό ανθεκτικό περίβλημα για να επιβιώνουν στους καύσωνες. Το φθινόπωρο, με τις πρώτες βροχές, οι σπόροι θα ανοίξουν και η γη θα πρασινίσει ξανά, σαν σε μια δεύτερη άνοιξη. Άλλα φυτά, όπως τα κυκλάμινα, οι ίριδες, οι κρόκοι, οι ορχιδέες, οι ασφόδελοι, πεθαίνουν μόνο επιφανειακά το καλοκαίρι. Στην πραγματικότητα, όμως, παραμένουν ζωντανοί οι κόνδυλοι, οι βολβοί και οι ρίζες τους κάτω από το χώμα. Εκεί τα φυτά αυτά έχουν αποθηκεύσει τροφές και υγρασία, ώστε να διατηρηθούν στη ζωή ως τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου.
Οι θάμνοι και τα δέντρα μειώνουν στο ελάχιστο τις απώλειες υγρασίας και ενέργειας και αναστέλλουν την ανάπτυξή τους κατά την ξηρή περίοδο, πέφτοντας σε ένα είδος θερινής νάρκης. Τα φύλλα τους, όπως τα φύλλα της ελιάς, είναι μικρά, για να έχουν μειωμένη επιφάνεια, σκληρά και δύσκαμπτα, γιατί διαθέτουν προστατευτικά στρώματα από σκληρούς και ανθεκτικούς μονωτικούς ιστούς, που εμποδίζουν την υγρασία να διαφύγει, γι’ αυτό και η μεσογειακή ζώνη ονομάζεται «ζώνη των σκληρόφυλλων».
Άλλα φυτά, προσαρμοσμένα στις περισσότερο ξηρές περιοχές, όπως το θυμάρι, οι αφάνες και οι φασκομηλιές, αλλάζουν τα χειμωνιάτικα φύλλα τους με πολύ μικρότερα «καλοκαιρινά», περιορίζοντας ακόμη πιο πολύ την εξάτμιση και τη διαπνοή.
Το άρωμα του θυμαριού, της ρίγανης, της λεβάντας και των άλλων αρωματικών θάμνων είναι και αυτό μέρος της προσαρμογής. Οι μυρωδιές του καλοκαιριού προέρχονται από τα αιθέρια έλαια που εκλύουν τα φύλλα των αρωματικών. Αυτά δημιουργούν ένα προστατευτικό κάλυμμα στις επιφάνειες των φύλλων και μειώνουν ακόμη περισσότερο την εξάτμιση. Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική λειτουργία τους. Τα αιθέρια έλαια δεν αρέσουν στα περισσότερα φυτοφάγα ζώα και αυτό προστατεύει τα αρωματικά φυτά από τη βουλιμία τους. Συνιστούν όμως και αποτελεσματικά όπλα στον χημικό πόλεμο μεταξύ των φυτών για την επιβίωση. Το άρωμα της φασκομηλιάς εμποδίζει τους σπόρους των άλλων φυτών να βλαστήσουν. Η μυρωδιά του θυμαριού είναι τόσο αποτελεσματική, που δεν αφήνει να βλαστήσουν ούτε οι δικοί του σπόροι που πέφτουν κοντά. Η λιγοστή υγρασία του εδάφους δεν φτάνει για όλους.
Η βλάστηση στη μεσογειακή ζώνη έχει αναπτύξει και άλλους μηχανισμούς προσαρμογής στην ξηρασία και τη ζέστη του καλοκαιριού. Τα φυτά περιορίζουν την ορατή ανάπτυξή τους, αλλά αναπτύσσουν ένα ριζικό σύστημα που εισχωρεί σε κάθε χαραμάδα του πετρώδους εδάφους ή εκτείνεται σε μεγάλη έκταση και σε μικρό βάθος παράλληλα με την επιφάνεια του εδάφους, αναζητώντας χώμα και υγρασία.

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ
Η πιο ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή στρατηγική των μεσογειακών φυτών είναι η προσαρμογή τους στη φωτιά. Στο ξηρό μεσογειακό κλίμα, η φωτιά είναι φυσικό φαινόμενο. Έχουν βρεθεί όμως ίχνη, που δείχνουν ότι στην περιοχή της Μεσογείου η φωτιά χρησιμοποιείται συστηματικά από τον άνθρωπο εδώ και τουλάχιστον μισό εκατομμύριο χρόνια, για τον καθαρισμό του εδάφους από τη βλάστηση, για το κυνήγι και τη δημιουργία λιβαδιών. Στο μακρύ αυτό χρονικό διάστημα, τα φυτά έμαθαν να ζουν με τη φωτιά, όπως και με την ξηρασία, και έχουν αναπτύξει μηχανισμούς προσαρμογής, που τους επιτρέπουν να επιβιώνουν. Για το λόγο αυτόν, ονομάζονται και «πυρόφυτα».
Για παράδειγμα, η λαδανιά, το θυμάρι και οι αφάνες, επιζούν μετά τη φωτιά χάρη στους σπόρους τους, οι οποίοι δεν είναι μόνο ανθεκτικοί στη φωτιά, αλλά επίσης η θερμότητα που αναπτύσσεται τους αφυπνίζει και ευνοεί τη βλάστησή τους αμέσως μετά την πυρκαγιά.
Τα πεύκα, που είναι ιδιαίτερα εύφλεκτα λόγω του ρετσινιού τους, βασίζουν την επιβίωσή τους στους σπόρους τους. Η ζέστη της φωτιάς κάνει τα κουκουνάρια να σκάνε και να εκτινάσσουν τους σπόρους τους σε μεγάλες αποστάσεις. Μετά τη φωτιά, η έκταση ενός πευκοδάσους που κάηκε, εποικίζεται από νεαρά πεύκα, που έχουν ξεπηδήσει από τους αφυπνισμένους σπόρους που έπεσαν στο καμένο έδαφος. Τα νεαρά πεύκα ευνοούνται από τα ανόργανα θρεπτικά συστατικά που περιέχονται στις στάχτες του καμένου πευκοδάσους. Δηλαδή, θεωρητικά, ένα πευκοδάσος επανέρχεται αναζωογονημένο μετά από μια πυρκαγιά, υπό την προϋπόθεση ότι οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές, και οι πυρκαγιές δεν συμβαίνουν σε μικρά χρονικά διαστήματα, όταν ακόμη τα πεύκα είναι νέα.
Στο κλίμα της Μεσογείου, η φωτιά συνιστά μέρος του φυσικού κύκλου των φυτοκοινωνιών. Η δράση της δεν είναι αναγκαστικά καταστροφική, πολλές φορές, αντίθετα, βοηθά τις γηρασμένες φυτοκοινωνίες να ανανεωθούν.
Οι περιοδικές φωτιές και η βόσκηση από άγρια φυτοφάγα ήταν ανέκαθεν οι δυο σταθερές των μεσογειακών οικοσυστημάτων. Κερδισμένα από αυτήν την ιδιότυπη φυσική επιλογή βγήκαν τα ποώδη φυτά και τα αγριολούλουδα, που αποτελούν το μεγαλύτερο και το πιο όμορφο μέρος της μεσογειακής χλωρίδας.

ΤΟ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΜΩΣΑΪΚΟ
Στον μεσογειακό χώρο αναπτύχθηκαν και από εκεί διαδόθηκαν στον υπόλοιπο κόσμο μια σειρά καλλιεργούμενα είδη και ποικιλίες, όπως το σιτάρι, το κριθάρι, οι φακές, τα κουκιά, τα φασόλια, οι ελιές και τα σταφύλια. Το πολύπλοκο μωσαϊκό από αμπέλια, ελαιώνες, οπωροφόρα, μικρούς ποτιστικούς λαχανόκηπους, ξηρικά χωράφια με δημητριακά, βοσκοτόπια και ακαλλιέργητες ή εγκαταλελειμμένες εκτάσεις, με βλάστηση σε όλα τα στάδια της φυσικής διαδοχής, έχει οδηγήσει σε μια μεγάλη διαφοροποίηση των βιοτόπων. Αυτή η μοναδική ετερογένεια φυσικού και καλλιεργημένου περιβάλλοντος προσφέρει ένα εύρος ευκαιριών σε μυριάδες είδη χλωρίδας και πανίδας, συνιστώντας ένα ανοικτό φιλόξενο οικοσύστημα, που έχει ενσωματώσει μια πολύ πλούσια χλωρίδα και πανίδα, με προγόνους τόσο από την εύκρατη ζώνη της Ευρασίας, όσο και από την τροπική της Αφρικής. Μόνο στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί 6.000 διαφορετικά είδη φυτών, πολλά από τα οποία δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο. Ανάλογη είναι η ποικιλία της χλωρίδας στην Ισπανία και στην Τουρκία.
Ο πυκνοκατοικημένος μεσογειακός μας κήπος είναι διπλά ευαίσθητος: κινδυνεύει τόσο από την καταστροφική δραστηριότητα του ανθρώπου, όσο και από την εγκατάλειψη. Το πολύμορφο μωσαϊκό του τοπίου πρέπει να διατηρηθεί, ώστε να αποφευχθεί η διάλυση, η απλούστευση, η τυποποίηση και η αντικατάστασή του από ένα τοπίο μονότονο, ομοιογενές, φτωχό σε χρώμα και βιολογικό πλούτο.

Πηγή: Η οικογεωγραφία της Μεσογείου, Διεπιστημονικό Ινστιτούτο Περιβαλλοντικών Ερευνών (ΔΙΠΕ), εκδόσεις Στοχαστής, 2001 - Δήμος Τσαντίλης, Το μεσογειακό τοπίο
Σε μια περίοδο όπου ο παγκόσμιος ανθρώπινος πληθυσμός επεκτείνεται ταχύτατα, όπως και η ανάγκη του για περισσότερη γη, ώστε να καλλιεργεί τρόφιμα, ίνες και καύσιμο συνεχώς κλιμακώνεται, η πολύτιμη γη υποβαθμίζεται μέσω της διάβρωσης και άλλων τρόπων σε ανησυχητικά επίπεδα. Η υποβάθμιση του εδάφους αποτελεί θέμα μεγάλης ανησυχίας, καθώς η αποκατάστασή του είναι ιδιαίτερα αργή. Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα ετήσια ποσοστά διάβρωσης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων είναι περίπου 20-100 φορές με μέσο απαιτούμενο χρόνο τα 500 έτη, για να ανανεωθεί το έδαφος κατά 2,5 εκατοστά μόνο, στις τροπικές και εύκρατες περιοχές, ένα ποσοστό ανανέωσης ενός περίπου μετρικού τόνου εδαφικής επιφάνειας ανά εκτάριο γης το χρόνο.
Τα ποσοστά διάβρωσης διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή, λόγω της τοπογραφίας, των βροχοπτώσεων, της έντασης των ανέμων και του είδους των αγροκαλλιεργητικών τακτικών που χρησιμοποιούνται.
Σε παγκόσμιο επίπεδο περίπου 10 εκατομμύρια εκτάρια εγκαταλείπονται από την παραγωγή κάθε χρόνο, λόγω των υψηλών ποσοστών διάβρωσης και της υπερφόρτισης με νερό, της αλάτωσης και άλλων μορφών υποβάθμισης του εδάφους. Επιπλέον, σύμφωνα με το πρόγραμμα περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών, η παραγωγή καλλιεργειών γίνεται οικονομικά ασύμφορη για 20 εκατομμύρια εκτάρια κάθε χρόνο, λόγω της σοβαρής υποβάθμισης στην ποιότητα του εδάφους. Η διάβρωση του εδάφους σημειώνεται επίσης σε δασικές εκτάσεις, αλλά δεν είναι τόσο σοβαρή όσο στο εκτεθειμένο έδαφος της καλλιεργήσιμης γης.
Η διάβρωση του εδάφους σε ελεγχόμενα δάση είναι βασικό πρόβλημα, επειδή τα ποσοστά αποκατάστασης έχουν ρυθμό 2-3 φορές πιο αργό απ’ ό,τι στην καλλιεργήσιμη γη. Για να συνθέσουμε το πρόβλημα της διάβρωσης, τουλάχιστον 24 εκατομμύρια εκτάρια δάσους αποψιλώνονται κάθε χρόνο σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια καρπών και τη βοσκή των ζώων.
Οι επιπτώσεις για την αγροκαλλιέργεια και τη δασοπονία αλληλοσυνδέονται και μ’ άλλους τρόπους. Η καταστροφή των δασών μειώνει την παροχή καυσίμου και ενισχύει τους φτωχούς των αναπτυσσόμενων χωρών να υποκαταστήσουν το καύσιμο με τα υπολείμματα των καλλιεργειών και την κοπριά. Όταν τα φυτικά και ζωικά απόβλητα αποτεφρώνονται αντί να επιστρέφουν στη γη ως εδαφική κάλυψη και οργανικό λίπασμα, η διάβρωση εντείνεται και η παραγωγικότητα της γης μειώνεται. Αυτοί οι παράγοντες με τη σειρά τους εντείνουν την πίεση που μας ασκείται για να μετατρέψουμε περισσότερη δασική έκταση σε αγροκαλλιεργήσιμη, εντείνοντας επιπλέον το πρόβλημα της διάβρωσης του εδάφους.
Ένας λόγος για τον οποίο η διάβρωση του εδάφους δεν έγινε θέμα υψηλής προτεραιότητας για τα κράτη και τους αγρότες είναι επειδή σημειώνεται με εξαιρετικά αργό ρυθμό και οι συσσωρευτικές του επιδράσεις μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες για να γίνουν εμφανείς. Για παράδειγμα, η αφαίρεση ενός χιλιοστού εδάφους είναι τόσο μικρή ώστε δεν εξιχνιάζεται. Όμως, για μια περίοδο 25 ετών, η απώλεια θα φτάσει στα 25 χιλιοστά, που θα χρειαζόταν 500 χρόνια για να αντικατασταθεί μέσω των φυσικών διαδικασιών.
Πέρα από τη μείωση του εδαφικού βάθους, η διάβρωση του εδάφους οδηγεί στη μείωση της αγροτικής παραγωγικότητας, λόγω της απώλειας του νερού σε οργανική ύλη και στα θρεπτικά συστατικά του εδάφους. Το νερό είναι βασικός περιοριστικός παράγοντας για όλες τις αγροκαλλιεργητικές φυτείες και δέντρα. Μία μείωση 50% της εδαφικής οργανικής ύλης σ’ ένα κομμάτι γης βρέθηκε να μειώνει την παραγωγή κατά 25%.
Όταν το έδαφος διαβρώνεται, τα ζωτικά φυτικά θρεπτικά συστατικά, όπως το άζωτο, το κάλιο, ο φώσφορος και το ασβέστιο χάνονται. Η χρησιμοποίηση των λιπασμάτων για την αποκατάσταση αυτών των θρεπτικών συστατικών προσθέτει ουσιαστικά στη δαπάνη της παραγωγής των καρπών.
Κάποιοι αναλυτές που δεν γνωρίζουν τις πολυάριθμες και σύνθετες επιπτώσεις της διάβρωσης του εδάφους, έβγαλαν το λανθασμένο συμπέρασμα ότι οι βλάβες είναι σχετικά μικρές. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη όλες τις οικολογικές επιπτώσεις που προξενούνται από τη διάβρωση, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του εδαφικού βάθους, της διαθεσιμότητας του νερού στις καλλιέργειες και στην εδαφική οργανική ύλη και θρεπτικά συστατικά. Όταν γίνει αυτό, οι αγρονόμοι και οι οικολόγοι αναφέρουν μείωση της παραγωγικότητας κατά 25-30%, ποσοστό που οδηγεί σε αυξημένη χρήση εμπορικών λιπασμάτων. Επειδή τα λιπάσματα δεν αποτελούν υποκατάστατο του γόνιμου εδάφους μπορούν να χορηγηθούν σε συγκεκριμένα μόνο επίπεδα πριν αρχίσουν να πέφτουν οι καλλιεργητικές σοδειές.
Η αυξημένη διάβρωση και η απορροή των νερών σε ορεινές πλαγιές πλημμυρίζουν την αγροκαλλιεργητική γη σε παρακείμενες πεδιάδες, μειώνοντας επιπλέον την παραγωγικότητα. Η διαβρωμένη γη επίσης δεν συγκρατεί σωστά το νερό, πράγμα που και πάλι οδηγεί σε μείωση της παραγωγικότητας. Αυτή η επίπτωση μεγιστοποιείται σε 80 χώρες με το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού, όπου δοκιμάζονται από ισχυρές ξηρασίες. Η ταχύτατη αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού μαζί με την ανάγκη για περισσότερες καλλιέργειες και ο προβλεπόμενος διπλασιασμός των αναγκών σε νερό στα επόμενα 20 χρόνια θα εντείνει μόνο το πρόβλημα της έλλειψης του νερού, ιδιαίτερα εάν δεν γίνουν προσπάθειες προστασίας από την εδαφική διάβρωση.
Η διάβρωση του εδάφους είναι ένα από τα παγκόσμια προβλήματα, που αν δεν προλάβουμε, θα μειώσει σημαντικά την αγροκαλλιεργητική και δασική παραγωγή, ενώ θα υποβαθμίσει την ποιότητα των υδροφόρων οικοσυστημάτων. Οι λύσεις δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολες, αλλά και δεν ολοκληρώνονται, επειδή η διάβρωση σημειώνεται τόσο βαθμιαία, ώστε να μην αναγνωρίζουμε τις συσσωρευτικές επιπτώσεις, παραμόνο όταν η καταστροφή είναι ανεπανόρθωτη. Πολλοί αγρότες επίσης έχουν πιστέψει πως η απώλεια της εδαφικής γονιμότητας μπορεί να αποκατασταθεί με τη χορήγηση περισσότερων λιπασμάτων ή με τη χρήση ενέργειας από ορυκτά καύσιμα.
Βασικός τρόπος ελέγχου της διάβρωσης του εδάφους και των απορροών του ιζήματος είναι η διατήρηση επαρκούς βλαστικής κάλυψης στα εδάφη (π.χ. καλλιέργεια σε αναβαθμίδες, περιμετρική άροση, περιτοίχιση από δέντρα, αποκατάσταση αυλάκων, ανεμοφράκτες, προστατευτικές ζώνες, ανόργανα λιπάσματα, άρδευση). Οι επιστήμονες, οι πολιτικοί και οι αγρότες πρέπει να συνεργαστούν, για να ολοκληρώσουν τα προγράμματα διατήρησης εδάφους και νερού, πριν τα παγκόσμια εδάφη χάσουν μεγάλο μέρος της παραγωγικότητάς τους.

Daniel Pimentel, Καθηγητής Πανεπιστημίου Κορνέλ, Νέα Υόρκη, Η.Π.Α.
Πηγή: Βιώνοντας το Περιβάλλον, G. Tyler Miller Jr, Ίων, 9η έκδοση
Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013 21:05

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΑΤΕ ΤΑ ΕΝΤΟΜΑ ΣΗΜΕΡΑ;

Τα έντομα παίζουν έναν ρόλο ζωτικής σημασίας, ο οποίος συχνά δεν τους αναγνωρίζεται, στη διατήρηση της ζωής στη Γη. Ένα μεγάλο μέρος των φυτικών ειδών του πλανήτη εξαρτάται από τα έντομα για τη γονιμοποίηση των ανθών του. Τα φυτά επίσης ωφελούνται όταν τα έντομα βοηθούν στη χαλάρωση του εδάφους γύρω από τις φυτικές ρίζες και διασπούν τους νεκρούς ιστούς σε θρεπτικά συστατικά, τα οποία είναι χρήσιμα για τα φυτά. Στη συνέχεια, τόσο ο άνθρωπος, όσο και τα’ άλλα ζώα, τρέφονται από τα φυτά, είτε με άμεση κατανάλωση, είτε τρώγοντας άλλα ζώα, που είναι φυτοφάγα.
Πραγματικά, εάν κάποια στιγμή εξαφανίζονταν όλα τα έντομα, τα περισσότερα αμφίβια του πλανήτη, ερπετά, πτηνά και θηλαστικά θα εξαφανίζονταν μέσα σ’ ένα χρόνο, λόγω της εξάλειψης του μεγαλύτερου μέρους της φυτικής ζωής. Η γη θα καλυπτόταν από νοσηρή βλάστηση και κουφάρια ζώων, τα οποία θα αποσυντίθονταν από τις τεράστιες ορδές των βακτηριδίων και των μυκήτων. Η γη κατά κανόνα θα ήταν καλυμμένη από στρώματα βλάστησης, που θα γονιμοποιούσε ο άνεμος και από συστάδες μικρών δέντρων και θάμνων.
Είμαστε τυχεροί που τα πράγματα δεν είναι έτσι, διότι τα έντομα, τα οποία εμφανίστηκαν στον πλανήτη εδώ και 400 εκατομμύρια χρόνια, αποτελούν εκπληκτικές μορφές ζωής. Ήταν τα πρώτα ζωικά είδη που εισέβαλαν στη γη και στη συνέχεια στον αέρα. Σήμερα αποτελούν την πλέον διαδεδομένη, άφθονη και προσαρμόσιμη μορφή ζωικού είδους. Οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει περίπου 876.000 είδη εντόμων σε σχέση με τα μόλις 4.000 γνωστά είδη θηλαστικών, όμως πιστεύουν πως υπάρχουν εκατομμύρια όμοιων ειδών. Τα έντομα μπορούν να εξελίσσουν με ταχύτατους ρυθμούς νέα γενετικά χαρακτηριστικά, όπως αντίσταση στα εντομοκτόνα. Διαθέτουν επίσης μια εξαιρετική ικανότητα να εξελίσσονται σε νέα είδη, όταν έρχονται αντιμέτωπα με νέες περιβαλλοντικές συνθήκες, και παρουσιάζουν ιδιαίτερα μεγάλη αντίσταση στην εξαφάνιση του είδους.
Μερικοί επιστήμονες διερωτώνται αν τα έντομα πρόκειται να κυριεύσουν τον πλανήτη μόλις και εάν εξαφανιστεί ολοκληρωτικά το ανθρώπινο είδος. Αυτό αποτελεί ένα λανθασμένο ερώτημα. Τα δισεκατομμύρια έντομα που υπάρχουν σε κάθε χρονική περίοδο ήδη κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της γης επί εκατομμύρια χρόνια, και το πλέον πιθανό είναι να εξακολουθήσουν να υπάρχουν επί εκατομμύρια χρόνια ακόμη. Τα έντομα μπορούν να υπάρξουν και χωρίς εμάς, όμως εμείς και κάθε άλλο είδος ζωντανού οργανισμού σύντομα θα εξαφανιστούμε χωρίς την ύπαρξή τους.


Πηγή: Βιώνοντας το Περιβάλλον, G. Tyler Miller Jr, Ίων, 9η έκδοση
Οι περισσότερες αγροτικές περιοχές αντιμετωπίζουν προβλήματα πληθυσμιακής συρρίκνωσης, η οποία προφανώς συνδέεται με τις περιορισμένες δυνατότητες απασχόλησης στις περιοχές αυτές. Παρά το λογικά αναμενόμενο, ότι δηλαδή η ελαχιστοποίηση της ανθρώπινης παρουσίας θα μπορούσε να αποβεί προς όφελος της ποιότητας των φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων, στην πράξη αποδεικνύεται ότι η εγκατάλειψη των παραδοσιακών δραστηριοτήτων, κυρίως των γεωργικών καλλιεργειών, έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, λόγω, π.χ., της διάβρωσης των εδαφών, και κατά συνέπεια, της μείωσης των υδάτινων αποθεμάτων, της απώλειας της βιοποικιλότητας κ.λπ.

Οι αγροτικές περιοχές της χώρας μας πρέπει να διαφυλάξουν τα οικολογικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους, καθώς αποτελούν μια οικολογική πραγματικότητα και μια ανθρώπινη δημιουργία.

Η βιώσιμη αγροτουριστική ανάπτυξη των περιοχών αυτών πρέπει να γίνεται κατόπιν στοχευμένου προγράμματος, που να λαμβάνει υπόψη τη φέρουσα ικανότητα (φυσική και κοινωνική) της συγκεκριμένης τοποθεσίας, καθώς και το είδος των δραστηριοτήτων που θα αναπτυχθούν.

Συγκεκριμένα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη:
-Το ελάχιστο όριο ζωτικότητας της περιοχής, κάτω από το οποίο οι τοπικές πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη του αγροτουρισμού θα είναι ανεπαρκείς για την επανόρθωση της οικονομίας και την αναγέννηση της κοινωνικής ζωής.
-Το μέγιστο επιτρεπτό τουριστικό όριο, ώστε να αποφευχθεί η υπερεκμετάλλευση των φυσικών και πολιτισμικών πόρων, και να εξασφαλιστεί η προστασία τους και για τις μελλοντικές γενιές.

Επομένως, για την επιτυχία των αγροτουριστικών εγχειρημάτων, είναι αναγκαίο να δοθεί έμφαση στην ισόρροπη ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού (πολιτιστικού, αθλητικού, συνεδριακού, οικολογικού, θεματικών πάρκων), στις καθοριστικές πρωτοβουλίες των τοπικών κοινωνιών, στον προσδιορισμό και την προστασία των χρήσεων γης, στην ίση και δίκαιη πρόσβαση στους φυσικούς πόρους και στον σεβασμό του περιβάλλοντος και του παραδοσιακού τρόπου ζωής.

Ένα άλλο σημαντικό εργαλείο στα χέρια των αγροτουριστικών μονάδων είναι η οικοσήμανση (eco-label), με τη χρήση της οποίας ενθαρρύνεται η υιοθέτηση δράσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, με σκοπό την απόκτηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων έναντι ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, και την προσέλκυση τουριστών με αυξημένη περιβαλλοντική συνείδηση.

Εκτός αυτού, χρήσιμα είναι και τα οικολογικά εργαλεία οικονομικού περιεχομένου (φοροαπαλλαγές, επιδοτήσεις), αλλά και ο περιβαλλοντικός (πράσινος) έλεγχος.

Περιμένουμε τις δικές σας απόψεις και παρατηρήσεις για το θέμα του αγροτουρισμού, μέσα από τις τουριστικές εμπειρίες σας σε Ελλάδα και εξωτερικό. Μπορούμε άραγε να εφαρμόσουμε επιτυχημένες αγροτουριστικές πρακτικές άλλων χωρών σε εγχώριες αγροτουριστικές μονάδες και ποια συγκριτικά πλεονεκτήματα μπορούμε να αξιοποιήσουμε;

Πηγή: Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη και Περιβάλλον, Χ. Κοκκώσης – Π. Τσάρτας, εκδόσεις Κριτική, 2001
Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013 11:50

Τα χρώματα της γύρης


Τα καροτινοειδή και τα φλαβονοειδή είναι οι πιο κοινές χρωστικές ουσίες των γυρεόκοκκων.
Συχνά θεωρούμε ότι το χρώμα της γύρης είναι μόνο το κίτρινο. Παρόλα αυτά τη συναντάμε σε όλα τα πιθανά χρώματα, ακόμα και στο βαθύ μπλε! Είναι σχετικά εύκολο να εντοπίσουμε ποια φυτά έχει επισκεφτεί η μέλισσα, εξετάζοντας τις γυρεοπαγίδες. Για μια λεπτομερέστερη εξακρίβωση της επισκεπτόμενης χλωρίδας, είναι αναγκαία μια γυρεοσκοπική εργαστηριακή ανάλυση, αν και τις περισσότερες φορές το χρώμα των γυρεόκοκκων μας υποδεικνύει τα φυτά αυτά. Τα χρώματα της γύρης είναι πραγματικά εντυπωσιακά!
Το 1947, η Dorothy Hodges, μια Βρετανίδα ζωγράφος και μελισσοκόμος, είχε την ιδέα να δημιουργήσει ένα χρωματικό δειγματολόγιο των γυρεοκόκκων. Για το λόγο αυτόν, επισκέφτηκε στην Ελβετία την φίλη της Anna Maurizio, μια παγκοσμίως γνωστή μελισσοπαλυνολόγο, προκειμένου να μάθει τα πάντα σχετικά με τους γυρεόκοκκους και να λάβει υποστήριξη για την πραγματοποίηση της ιδέας της. Το 1952, με τη βοήθεια της Διεθνούς Ένωσης Μελισσοκομικής Έρευνας, δημοσίευσε το βιβλίο της, το μόνο που περιέχει χρωματικό δειγματολόγιο των γυρεόκοκκων, και στο οποίο η Hodges εικονογράφησε τους γυρεόκοκκους των πιο κοινών φυτών του Ηνωμένου Βασιλείου. Το βιβλίο τυπώθηκε μόνο σε 200 αντίτυπα, και αποτελεί έναν πραγματικό θησαυρό για μελισσοκόμους, βοτανολόγους και συλλέκτες.

Πηγή: Botanical Illustration
Τα χρώματα της γύρης
Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013 00:00

Ο κύκλος της συνεργασίας

Σελίδα 14 από 14