Σοφία Αντωνοπούλου

Σοφία Αντωνοπούλου

Διαχειρίστρια του AromaFarm.gr
URL Ιστότοπου: http://www.aromafarm.gr
Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013 10:24

Κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Σκοπός της δημιουργίας κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι να δοθεί στους εφευρέτες η δυνατότητα να αποκτήσουν ενιαίο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, νομικά έγκυρο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δημιουργία ενός τέτοιου διπλώματος θα επέφερε σημαντική μείωση του κόστους κατοχύρωσης ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ιδίως του κόστους που συνδέεται με τη μετάφραση και την κατάθεση, την απλοποιημένη προστασία των εφευρέσεων σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια χάρη σε μια ενιαία διαδικασία, και καθιέρωση ενός ενιαίου και κεντρικού συστήματος επίλυσης των διαφορών.

ΠΡΟΤΑΣΗ

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, υποβληθείσα την 1η Αυγούστου 2000.

ΣΥΝΟΨΗ

Πλαίσιο

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), η προστασία μέσω του διπλώματος ευρεσιτεχνίας διασφαλίζεται επί του παρόντος με δύο συστήματα, εκ των οποίων κανένα δεν βασίζεται σε κοινοτική νομική πράξη: τα εθνικά συστήματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και το ευρωπαϊκό σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Το εθνικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αποτέλεσε αντικείμενο εναρμόνισης de facto, μέσω της υπογραφής διαφόρων διεθνών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης για τη χορήγηση ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (Σύμβαση του Μονάχου) του 1973, στην οποία έχουν προσχωρήσει όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.

Η Σύμβαση του Μονάχου καθιερώνει βασικά μια ενιαία διαδικασία χορήγησης ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Με τη Σύμβαση ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας («Γραφείο»), το οποίο χορηγεί τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, που εν συνεχεία καθίστανται εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, υποκείμενα στις εθνικές διατάξεις. Επί του παρόντος, μέλη του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας είναι 31 χώρες.

Αν και με τη Σύμβαση του Μονάχου δημιουργείται ενιαίο σύστημα χορήγησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, δεν υφίσταται ακόμη κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που να ανήκει στην κοινοτική έννομη τάξη. Το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που θα είναι ενιαίο για ολόκληρη την Κοινότητα, είναι σε θέση να βοηθήσει την Ευρώπη να μετασχηματίσει τα αποτελέσματα της έρευνας και των νέων τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων σε βιομηχανικές και εμπορικές επιτυχίες. Σκοπός είναι επίσης να μπορέσει η Ευρώπη να καλύψει το χαμένο έδαφός της σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία όσον αφορά τις ιδιωτικές επενδύσεις σε Ε&Α.

Η πρόταση κανονισμού είναι το αποτέλεσμα διαβουλεύσεων που διεξήχθησαν στο πλαίσιο της Πράσινης Βίβλου () του Ιουνίου 1997 για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και το σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ευρώπη. Τα σημαντικότερα σημεία της εκτίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του Φεβρουαρίου 1999, με τίτλο «Η συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην Πράσινη Βίβλο για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και το σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ευρώπη».

Γενική λειτουργία του νέου κοινοτικού συστήματος

Στόχος του προτεινόμενου συστήματος δεν είναι να αντικαταστήσει τα υφιστάμενα εθνικά συστήματα, ούτε το υπάρχον ευρωπαϊκό σύστημα, αλλά να συνυπάρξει με αυτά. Οι εφευρέτες θα διατηρήσουν τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής του τρόπου προστασίας της ευρεσιτεχνίας τον οποίο θεωρούν προσφορότερο.

Η κεντρική ιδέα της παρούσας πρότασης είναι η δημιουργία μιας «συμβίωσης» μεταξύ των δύο συστημάτων: του συστήματος του κανονισμού για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και εκείνου της Σύμβασης του Μονάχου.

Ο κανονισμός θα συμπληρώσει τη Σύμβαση του Μονάχου. Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα εκδίδεται από το Γραφείο ως ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και θα αναφέρει την Κοινότητα στη θέση των μεμονωμένων κρατών μελών. Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα απαιτηθεί η προσχώρηση της Κοινότητας στη Σύμβαση του Μονάχου, καθώς και αναθεώρηση της εν λόγω σύμβασης, προκειμένου να μπορεί το Γραφείο να χορηγεί κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Μετά την έκδοση του παρόντος κανονισμού, η εξωτερική αρμοδιότητα όσον αφορά το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.

Κύρια χαρακτηριστικά του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει ενιαίο και αυτόνομο χαρακτήρα, δηλαδή παράγει τα ίδια αποτελέσματα σε ολόκληρη την Κοινότητα. Μπορεί να χορηγηθεί, να μεταβιβασθεί ή να ακυρωθεί μόνο για το σύνολο της Κοινότητας.

Όροι χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Οι όροι χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, παραδείγματος χάριν οι προϋποθέσεις για την κατοχύρωση μιας εφεύρεσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, καθορίζονται στη Σύμβαση του Μονάχου.

Δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το δικαίωμα επί του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ανήκει στον εφευρέτη ή τον νόμιμο διάδοχό του. Στην περίπτωση που ο εφευρέτης είναι υπάλληλος, το δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας καθορίζεται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο έδαφος του οποίου ασκεί την κύρια δραστηριότητά του· ή εάν το κράτος στο οποίο ασκεί την κύρια δραστηριότητά του δεν μπορεί να καθορισθεί, εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους στο έδαφος του οποίου είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης.

Προβλέπονται επίσης διατάξεις για την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας από συνδικαιούχους, καθώς και για τη μεταβολή της κυριότητας του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Αίτηση χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Για την υποβολή της αίτησης ισχύουν οι διατάξεις της Σύμβασης του Μονάχου. Το Γραφείο εξετάζει την αίτηση και τη δημοσιεύει, καθώς επίσης και το χορηγούμενο ενδεχομένως δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, στο μητρώο κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και/ή στο δελτίο κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Αποτελέσματα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει στο δικαιούχο το δικαίωμα να απαγορεύει τη χωρίς τη συναίνεσή του:

άμεση εκμετάλλευση της εφεύρεσης, ειδικά την κατασκευή, προσφορά, εμπορία, εισαγωγή κ.λπ.· έμμεση εκμετάλλευση της εφεύρεσης, όπως την παράδοση κ.λπ.

Περιορισμός των αποτελεσμάτων του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Τα δικαιώματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν επεκτείνονται σε ορισμένους τομείς, οι οποίοι προσδιορίζονται στην πρόταση κανονισμού και συμπεριλαμβάνουν ιδίως τις πράξεις που διενεργούνται ιδιωτικώς και για μη εμπορικούς σκοπούς.

Εξάλλου, τα εν λόγω δικαιώματα δεν επεκτείνονται σε πράξεις οι οποίες αφορούν το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο έδαφος των κρατών μελών, αφού το προϊόν αυτό έχει διατεθεί από το δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή με τη συναίνεσή του στο εμπόριο εντός της Κοινότητας, εκτός εάν υφίστανται νόμιμοι λόγοι.

Τα δικαιώματα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν ισχύουν όσον αφορά την προγενέστερη χρήση της εφεύρεσης. Κατά συνέπεια, εάν κάποιο πρόσωπο που, καλή τη πίστει και για τους σκοπούς της επιχείρησής του, χρησιμοποιεί την εφεύρεση ή πραγματοποιεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης αποτελεσματικές και σοβαρές προετοιμασίες, έχει το δικαίωμα να συνεχίσει την εν λόγω χρήση ή να χρησιμοποιήσει την εφεύρεση, όπως είχε υπολογίσει κατά τις προετοιμασίες.

Συμβατικές άδειες εκμετάλλευσης

Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να αποτελέσει, εν όλω ή εν μέρει, αντικείμενο αδειών εκμετάλλευσης για το σύνολο ή μέρος της Κοινότητας.

Οι εν λόγω άδειες εκμετάλλευσης μπορούν να είναι αποκλειστικές ή μη αποκλειστικές. Τα παρεχόμενα από το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δικαιώματα μπορούν να προβάλλονται κατά παντός κατόχου άδειας εκμετάλλευσης ο οποίος παραβαίνει έναν από τους οριζόμενους, με τη σύμβαση άδειας εκμετάλλευσης, περιορισμούς.

Εκ του νόμου άδειες εκμετάλλευσης

Ο δικαιούχος κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να επιτρέψει σε κάθε ενδιαφερόμενο να χρησιμοποιήσει την εφεύρεση, ως κάτοχος άδειας εκμετάλλευσης, έναντι καταβολής αποζημίωσης, που καθορίζεται από την Επιτροπή.

Η άδεια χρησιμοποίησης χορηγείται -και μπορεί επίσης να ανακληθεί- με την υποβολή γραπτής δήλωσης στο Γραφείο και επιφέρει μείωση των ετήσιων τελών ανανέωσης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Τα κράτη μέλη δεν είναι αρμόδια να χορηγούν εκ του νόμου άδειες εκμετάλλευσης για κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Υποχρεωτικές άδειες εκμετάλλευσης

Η Επιτροπή δύναται να χορηγεί υποχρεωτική άδεια εκμετάλλευσης, λόγω μη εκμετάλλευσης ή ανεπαρκούς εκμετάλλευσης ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή σε περίπτωση εξαρτημένων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Μπορεί επίσης να επιτρέψει την εκμετάλλευση ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις: σε περιόδους κρίσεων, σε άλλες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή σε περιπτώσεις καταστάσεων όπου πρέπει να αρθούν οι συνέπειες μιας πρακτικής που έχει κριθεί ως αντιβαίνουσα στον ανταγωνισμό έπειτα από σχετική δικαστική ή διοικητική διαδικασία.

Διατήρηση σε ισχύ του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Για τη διατήρηση σε ισχύ των κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας καταβάλλονται ετήσια τέλη στο Γραφείο.

Τα τέλη αυτά θα καθορισθούν με κανονισμό σχετικά με τα τέλη, που θα εκδοθεί από κανονιστική επιτροπή.

Παραίτηση από το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο παραίτησης μόνο στο σύνολό του. Η παραίτηση δηλώνεται γραπτώς στο Γραφείο από το δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, παράγει δε αποτελέσματα μόνο μετά την καταχώρισή της στο μητρώο κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Εκπνοή του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ισχύει για χρονικό διάστημα είκοσι ετών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ακυρώνεται σε περίπτωση μη έγκαιρης καταβολής του ετήσιου τέλους ή της προσαύξησης.

Ακύρωση του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Οι λόγοι ακύρωσης περιλαμβάνουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες:

το αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν είναι επιδεκτικό διπλώματος ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με τα άρθρα 52 έως 57 της Σύμβασης του Μονάχου·
το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν περιγράφει την εφεύρεση κατά τρόπο επαρκώς σαφή και πλήρη, ώστε να μπορεί να εφαρμοσθεί από ειδικό·
το αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας εκτείνεται πέραν του περιεχομένου της αίτησης, όπως αυτή κατατέθηκε.

Η ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει αναδρομική ισχύ, εξαιρουμένων των αποφάσεων περί προσβολής που έχουν αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και έχουν εκτελεσθεί πριν από την έκδοση της απόφασης περί ακυρότητας. Επίσης, η αναδρομική ισχύς της ακυρότητας δεν θίγει τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν από την απόφαση περί ακυρότητας, εφόσον έχουν εκτελεσθεί πριν από την απόφαση αυτή. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί η επιστροφή ποσών που καταβλήθηκαν δυνάμει της σύμβασης.

Οποιοσδήποτε μπορεί να ασκήσει αγωγή ακύρωσης, εκτός από την περίπτωση που αμφισβητείται το δικαίωμα του δικαιούχου να αποκτήσει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή μπορεί να υποβληθεί μόνον από το πρόσωπο που δικαιούται να καταχωρισθεί στο μητρώο κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ως δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή από κοινού από τα πρόσωπα που δικαιούνται να καταχωρισθούν ως συνδικαιούχοι του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Η αγωγή ακύρωσης δύναται να υποβληθεί έστω και αν έχει εκπνεύσει το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει.

Δικαιοδοτικό πλαίσιο

Η πρόταση προβλέπει τη δημιουργία ενός κεντρικού κοινοτικού δικαστηρίου πνευματικής ιδιοκτησίας, ώστε να διασφαλισθεί ο ενιαίος χαρακτήρας του δικαίου και η συνοχή της νομολογίας.

Το εν λόγω δικαστήριο θα περιλαμβάνει τμήμα πρωτοβάθμιας εκδίκασης και τμήμα προσφυγών.

Δικαιοδοσία του κοινοτικού δικαστηρίου πνευματικής ιδιοκτησίας

Το κεντρικό δικαστήριο θα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για ορισμένες κατηγορίες αγωγών, περιλαμβανομένων των διαφορών που αφορούν την προσβολή και το κύρος του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το δικαστήριο θα εξετάζει κυρίως θέματα στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ ιδιωτών και θα έχει τη δυνατότητα να εκδίδει αποφάσεις για επιβολή κυρώσεων και καταβολή αποζημιώσεων.

Αγωγή για προσβολή

Η αγωγή για προσβολή πρέπει να βασίζεται σε εικαζόμενη προσβολή των δικαιωμάτων που απορρέουν από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η εν λόγω αγωγή μπορεί να ασκηθεί από το δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τον κάτοχο άδειας εκμετάλλευσης.

Αίτηση περιορισμού

Κατ' αίτηση του δικαιούχου, ένα κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δύναται να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμού, με τη μορφή της τροποποίησης των αξιώσεων, της περιγραφής ή των σχεδίων. Απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του προσώπου που απολαύει εμπράγματου δικαιώματος ή άδειας εκμετάλλευσης καταχωρισμένης στο μητρώο κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Ρόλος της Επιτροπής ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων

Η Επιτροπή είναι αρμόδια να ενεργεί όταν διακυβεύεται το συμφέρον της Κοινότητας. Δύναται να προσφεύγει στο δικαστήριο ασκώντας αγωγή ακύρωσης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και να παρεμβαίνει σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον του δικαστηρίου.

Κυρώσεις και καταβολή αποζημιώσεων

Το κοινοτικό δικαστήριο δύναται να προβεί σε διάφορες κυρώσεις. Εάν πρόκειται για αγωγή για παραποίηση ή απομίμηση, μπορεί παραδείγματος χάριν να εκδώσει τις ακόλουθες αποφάσεις:

απόφαση που απαγορεύει στον εναγόμενο να συνεχίσει τις πράξεις παραποίησης ή απομίμησης· απόφαση περί κατασχέσεως των παράνομων προϊόντων·
απόφαση περί κατασχέσεως αγαθών, υλικών κ.λπ., που επιτρέπουν την εκμετάλλευση της εφεύρεσης.

Δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων

Τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια για θέματα που δεν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα ούτε του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ούτε του κοινοτικού δικαστηρίου πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα εθνικά δικαστήρια θα είναι αρμόδια, παραδείγματος χάριν, για την εκδίκαση:

των αγωγών σχετικά με το δικαίωμα επί του διπλώματος ευρεσιτεχνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου·
των αγωγών σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Διαιτησία

Ισχύουν οι εθνικοί κανόνες των κρατών μελών περί διαιτησίας.

Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν μπορεί να κηρυχθεί άκυρο ή ανίσχυρο σε διαδικασία διαιτησίας.

Γλωσσικό καθεστώς

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χορηγείται, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Μονάχου, σε μια από τις γλώσσες διαδικασίας ενώπιον του Γραφείου (αγγλικά, γαλλικά ή γερμανικά) και δημοσιεύεται στη γλώσσα αυτή με μετάφραση των αξιώσεων στις δύο άλλες γλώσσες διαδικασίας.(ιταλικά και ισπανικά).

Δεν απαιτείται μετάφραση του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες, αν και ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει και να καταθέσει μεταφράσεις του διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε άλλες επίσημες γλώσσες των κρατών μελών. Οι μεταφράσεις αυτές τίθενται κατόπιν στη διάθεση του κοινού. Το εν λόγω μέτρο ελήφθη για την αποφυγή του υψηλού κόστους που ενδέχεται να αποθαρρύνει τη χρήση του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Για την ώρα, φαίνεται δύσκολη η επίτευξη τελικής συμφωνίας επί του φακέλου. Το κύριο σημείο διαφωνίας έγκειται στο ζήτημα της μετάφρασης των διεκδικήσεων του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Όντως, το κείμενο προβλέπει ότι οι διεκδικήσεις του διπλώματος ευρεσιτεχνίας -που στην πράξη αποτελεί το βραδύτερο αλλά και το σημαντικότερο μέρος, καθόσον θέτει τα όρια της προστασίας- πρέπει να μεταφράζονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Στο παρόν στάδιο, όμως, οι Ευρωπαίοι υπουργοί δεν κατορθώνουν να επιτύχουν συμβιβασμό ως προς το ζήτημα του ποιος θα αποφασίσει για τη νομική εγκυρότητα της μετάφρασης και του πώς θα αντιμετωπίζονται οι επιπτώσεις μιας εσφαλμένης μετάφρασης.

Το δεύτερο σημείο ασυμφωνίας σχετίζεται με τον καθορισμό της προθεσμίας κατάθεσης των μεταφράσεων. Το ζήτημα αυτό είναι ουσιώδες, διότι, ανάλογα με το προτεινόμενο σύστημα, εάν οι μεταφράσεις δεν κατατεθούν εντός των καθορισμένων προθεσμιών, θα θεωρείται ότι το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν ισχύει.

Ενισχυμένη συνεργασία

Απόφαση 2011/167/ΕΕ του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 2011 για την έγκριση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών [ΕΕ L 76 της 22.3.2011].

Η παρούσα απόφαση εκφράζει την επιθυμία των 25 κρατών μελών να θεσπίσουν ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ τους στον τομέα της δημιουργίας του ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών. Η εν λόγω συνεργασία στοχεύει στη δημιουργία ενιαίου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο θα παρέχει ομοιόμορφη προστασία στην επικράτεια των συμμετεχόντων κρατών μελών. Πρέπει ακόμα να εξεταστούν οι μεταφραστικές ρυθμίσεις για το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών.

Η παρούσα πρόταση στοχεύει στη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών, όπως αυτό εγκρίθηκε με την απόφαση 2011/167/ΕΕ. Καθορίζει τις παραμέτρους των ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας προκειμένου να έχουν ενιαία ισχύ εντός των συμμετεχόντων κρατών μελών.

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα της δημιουργίας ενιαίου καθεστώτος προστασίας των ευρεσιτεχνιών σε σχέση με τις εφαρμοστέες μεταφραστικές ρυθμίσεις. 

Η παρούσα πρόταση στοχεύει στη θέσπιση απλοποιημένων διαδικασιών όσον αφορά τις ρυθμίσεις μετάφρασης του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με ενιαία ισχύ. Το δίπλωμα δημοσιεύεται σε μία από τις τρεις επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (ΕΓΔΕ) και μπορεί να μεταφραστεί στις υπόλοιπες δύο. Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα της ΕΕ σε περίπτωση επίλυσης διαφορών ή όταν ο αιτών υποβάλει αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε γλώσσα που δεν συγκαταλέγεται στις επίσημες γλώσσες του ΕΓΔΕ. Στην περίπτωση αυτή, οι μεταφραστικές δαπάνες εμπίπτουν σε καθεστώς αποζημίωσης που διαχειρίζεται το ΕΓΔΕ.

Δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, για την ανάθεση δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί διαφορών σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. 

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Υπό την προοπτική της δημιουργίας του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με τη σύσταση Δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, υπό την αιγίδα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρόκειται να ολοκληρωθεί το σύστημα προστασίας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ένωση. Η ίδρυση του δικαστηρίου θα προσφέρει το πλεονέκτημα της συγκέντρωσης των διαφορών και, επομένως, της αποτελεσματικότερης επίλυσης των διαφορών που αφορούν την προσβολή και το κύρος των κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Η πρόοδος της επιστήμης παγκοσμίως, και το κόστος των επενδύσεων στις νέες τεχνολογίες δημιουργούν κίνητρα στα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία τους για τη δημιουργία μεγάλων ερευνητικών υποδομών. Ωστόσο, για την ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας (ΕΧΕ) και της ανταγωνιστικότητας, είναι αναγκαίο ένα νομικό πλαίσιο που να εφαρμόζεται σε τέτοιου είδους υποδομές, με στόχο να αντισταθμιστεί η απουσία κατάλληλων εθνικών ή διεθνών κανόνων. Απαντώντας σε αιτήματα των κρατών μελών και της επιστημονικής κοινότητας, η Επιτροπή υιοθετεί τον παρόντα κανονισμό, του οποίου στόχος είναι να διευκολύνει την από κοινού δημιουργία και εκμετάλλευση ερευνητικών εγκαταστάσεων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, από περισσότερα του ενός κράτη μέλη και χώρες συνδεδεμένες με το 7ο κοινοτικό πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και ανάπτυξης.

ΠΡΑΞΗ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 723/2009 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2009 σχετικά με το κοινοτικό νομικό πλαίσιο για την κοινοπραξία ευρωπαϊκής ερευνητικής υποδομής (ΚΕΕΥ).

ΣΥΝΟΨΗ

Ο παρών κανονισμός δημιουργεί μια ενιαία νομική βάση που στοχεύει στη διευκόλυνση της δημιουργίας και εκμετάλλευσης μίας κοινοπραξίας ευρωπαϊκής ερευνητικής υποδομής (ΚEΕΥ) από κράτη μέλη και χώρες συνδεδεμένες με τα προγράμματα-πλαίσιο της Κοινότητας για την έρευνα. Τα κράτη μέλη παραμένουν, εντούτοις, οι μόνοι υπεύθυνοι για την κατάρτιση ενός σχεδίου υποδομής και τον καθορισμό των βασικών του σημείων όπως το καταστατικό, η έδρα κλπ. Το παρόν νομικό πλαίσιο εφαρμόζεται μόνο στις υποδομές με πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον.

Οι δραστηριότητες των ΚΕΕΥ δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα, ώστε να αποτρέπονται τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Ωστόσο, μια ΚΕΕΥ μπορεί να ασκεί περιορισμένες οικονομικές δραστηριότητες, εφόσον αυτές δεν παρακωλύουν το βασικό στόχο τής ερευνητικής υποδομής.

Η ερευνητική υποδομή που δημιουργείται από την ΚΕΕΥ βάσει του παρόντος κανονισμού πρέπει να σέβεται τους ακόλουθους όρους:

να συμβάλλει στην πραγματοποίηση ευρωπαϊκών ερευνητικών δραστηριοτήτων·
να παρέχει προστιθέμενη αξία στον τομέα τής επιστήμης και της τεχνολογίας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο·
να είναι ανοιχτή για τους ερευνητές των κρατών μελών και χωρών συνδεδεμένων με το πρόγραμμα-πλαίσιο της Κοινότητας για την έρευνα και την ανάπτυξη·
να ευνοεί την κινητικότητα των ερευνητών και την ανταλλαγή γνώσεων στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας (ΕΧΕ)·
να συμμετέχει στη διάδοση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ερευνητικών δραστηριοτήτων.

Οι αιτήσεις σύστασης μιας ΚEΕΥ αποστέλλονται στην Επιτροπή προς αξιολόγηση. Οι φάκελοι πρέπει να περιλαμβάνουν:

αίτημα σύστασης απευθυνόμενο στην Επιτροπή·
σχέδιο καταστατικού (τον κατάλογο μελών, την καταστατική έδρα και την ονομασία της ΚEΕΥ, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών, τα όργανα της ΚEΕΥ με τις αρμοδιότητές τους, τη σύνθεσή τους και τις διαδικασίες λήψης απόφασης, τη διάρκεια της ΚΕΕΥ, τις βασικές αρχές, τη γλώσσα εργασίας, τις παραπομπές στους κανόνες εφαρμογής τού καταστατικού)·
μία επιστημονική και τεχνική περιγραφή·
τη δήλωση του κράτους μέλους υποδοχής, με την οποία αναγνωρίζεται η ΚΕΕΥ ως διεθνής οργανισμός κατά την έννοια των οδηγιών για το ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης.

Εκτιμώντας τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη των κρατών μελών, η Επιτροπή υιοθετεί την απόφασή της, την οποία διαβιβάζει στον αιτούντα. Εάν εγκρίνει τη δημιουργία της ΚEΕΥ, η απόφασή της δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά την περίοδο αξιολόγησης, οι αιτούντες μπορεί να κληθούν να συμπληρώσουν ή να τροποποιήσουν την αίτησή τους.

Η ΚEΕΥ που αποκτά νομική προσωπικότητα πρέπει να έχει καταστατική έδρα στην επικράτεια ενός από τα μέλη της (κράτος μέλος ή χώρα συνδεδεμένη με κοινοτικό πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα). Η ονομασία της πρέπει να περιέχει τη συντομογραφία «ΚEΕΥ».

Τρία τουλάχιστον κράτη μέλη πρέπει να συμμετέχουν στη σύνθεση μιας ΚEΕΥ. Μπορούν να ακολουθήσουν μέλη τρίτων χωρών ή διακυβερνητικές οργανώσεις.

Η ΚEΕΥ θεωρείται επίσης οργάνωση ή διεθνής οργανισμός κατά την έννοια των οδηγιών που αφορούν τον φόρο προστιθέμενης αξίας, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Θα απαλλάσσεται επομένως από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, και οι οικείες διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων δεν θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τής οδηγίας περί δημοσίων συμβάσεων.

Η ευθύνη των μελών για τα χρέη τής ΚEΕΥ περιορίζεται στην σχετική συνεισφορά τους.

Το εφαρμοστέο δίκαιο είναι αρχικά το κοινοτικό δίκαιο, ύστερα το δίκαιο τού κράτους τής καταστατικής έδρας ή του κράτους δραστηριότητας όσον αφορά ορισμένα τεχνικά θέματα και θέματα ασφαλείας.

Πέντε χρόνια μετά την υιοθέτηση αυτού τού νομικού πλαισίου, η Επιτροπή θα το αξιολογήσει με τη βοήθεια μιας ομάδας εμπειρογνωμόνων, και θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Πλαίσιο

Ο παρών κανονισμός είναι μια από τις πέντε στρατηγικές πρωτοβουλίες που έχουν προβλεφθεί για να δοθεί συνέχεια στην Πράσινη Βίβλο για τον ΕΧΕ, όπως η ανακοίνωση για τον κοινό προγραμματισμό για την έρευνα. Ο παρών κανονισμός θα διευκολύνει την ανάπτυξη νέων πανευρωπαϊκών δομών έρευνας χάρη στη δημιουργία ενός κατάλληλου νομικού πλαισίου. Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται να προστεθεί στην εφαρμογή του τμήματος «Ερευνητικές υποδομές» του ειδικού προγράμματος «Ικανότητες» που προβλέπεται από το 7ο πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα.
Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013 10:12

Ο Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας (ΕΧΕ)

Εάν δεν διατηρηθεί η παραγωγή και η αξιοποίηση των γνώσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δεν θα μπορέσει να επιτύχει τους οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους της. Αυτό θα ήταν μια σοβαρότατη αποτυχία για την στρατηγική της Λισαβόνας που αποσκοπεί στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση της απασχόλησης.

Η Επιτροπή, επτά χρόνια αφότου πρότεινε την έννοια του «Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας», προτίθεται να διανοίξει νέες προοπτικές ώστε να ξεπεράσει τις ήδη επιτευχθείσες προόδους.

Επειδή ενδιαφέρεται να διευκολυνθεί η συμμετοχή του συνόλου των παραγόντων της ευρωπαϊκής έρευνας, καταθέτει, μέσω της παρούσας πράσινης βίβλου, τις ιδέες της προς δημόσιο διάλογο.

Ο Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας (ΕΧΕ)

Ο ΕΧΕ συνδυάζει τρεις έννοιες:

  • μία ευρωπαϊκή «εσωτερική αγορά» της έρευνας που θα διευκόλυνε την κυκλοφορία των ερευνητών, των τεχνολογιών και των γνώσεων·
  • έναν πραγματικό συντονισμό, σε επίπεδο Ένωσης, των δραστηριοτήτων, προγραμμάτων και πολιτικών έρευνας που αναπτύσσονται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο· 
  • πρωτοβουλίες που σχεδιάζονται και χρηματοδοτούνται σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

Ο ΕΧΕ οφείλει να επιτρέψει:

  • την παροχή εγγυήσεων για την επαρκή ροή εξειδικευμένων ερευνητών, που αποτελεί συνώνυμο της αύξησης της κινητικότητας μεταξύ φορέων, γνωστικών τομέων, τομέων δραστηριότητας και χωρών·
  • τη δημιουργία ερευνητικών υποδομών παγκοσμίου βεληνεκούς που να είναι ολοκληρωμένες, οργανωμένες σε δίκτυα και προσπελάσιμες για τους ευρωπαίους ερευνητές καθώς και για τους ερευνητές ανά την υφήλιο, χάρη κυρίως στις νέες γενιές υποδομών ηλεκτρονικών επικοινωνιών· 
  • τη διάθεση εξαιρετικών ερευνητικών φορέων, που να συμμετέχουν στην συνεργασία του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα ιδίως μέσω «κοινοτικών ερευνητικών κοινοτήτων»· 
  • την εξασφάλιση της ουσιαστικής ανταλλαγής γνώσεων φέρνοντας σε επαφή τη δημόσια έρευνα, τις επιχειρήσεις και το ευρύ κοινό· 
  • τη διαμόρφωση άρτια συντονισμένων ερευνητικών προγραμμάτων και προτεραιοτήτων· 
  • την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων του ανοίγματος στον κόσμο, ενισχύοντας τους ήδη υφιστάμενους δεσμούς με τις γειτονικές χώρες και λαμβάνοντας ενεργά μέρος στη διαχείριση των πλανητικών προκλήσεων με τους εταίρους της ΕΕ. 

Αρχές του ΕΧΕ

Ο ΕΧΕ στηρίζεται σε τρεις γενικές αρχές σε όλες τις διαστάσεις του:

  • η ευρωπαϊκή πολιτική έρευνας θα πρέπει να είναι στενότατα συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή κοινωνία· 
  • επιβάλλεται να επιτευχθεί η ενδεδειγμένη ισορροπία μεταξύ ανταγωνισμού και συνεργασίας· 
  • η ποικιλία της Ένωσης, η οποία εμπλουτίζεται κάθε φορά με τις διευρύνσεις, αποτελεί ευκαιρία για την Ευρώπη. 

Τα πρώτα βήματα του ΕΧΕ

Από τη δημιουργία του ΕΧΕ το Μάρτιο του 2000, επ’ ευκαιρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην Λισαβόνα, ο ΕΧΕ έχει καταστεί σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή πολιτική έρευνας. Είχε μάλιστα σαν αποτέλεσμα την ανάληψη πολλών πρωτοβουλιών.

Τα διάφορα προγράμματα πλαίσια για την έρευνα έχουν επιτρέψει μέχρι σήμερα την ενεργό υποστήριξη της υλοποίησης του ΕΧΕ. Το υπό εκτέλεση πρόγραμμα (το 7ο) έβαλε τα θεμέλια για δύο ιδιαίτερης σημασίας επιτεύγματα: τη συγκρότηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας και του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας. Οι ευρωπαϊκές τεχνολογικές πλατφόρμες και το σύστημα « ERA-NET » - http://www.cordis.europa.eu/coordination/era-net.htm - συνέβαλαν στον καλύτερο συντονισμό των ερευνητικών δραστηριοτήτων και προγραμμάτων.

Μέσα, όπως «η ανοικτή μέθοδος συντονισμού» καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που διατυπώνονται, τονώνουν τον διάλογο και τις μεταρρυθμίσεις σε όλα τα κράτη μέλη.

Η ΕΕ έχει επίσης εγκρίνει:

  • τη «διευρυμένη στρατηγική για την καινοτομία» που αποσκοπεί στην καλύτερη πλαισίωση της ευρωπαϊκής έρευνας και καινοτομίας· 
  • το νέο πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις υπέρ της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας· 
  • τους προσανατολισμούς για την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των φορολογικών κινήτρων στο συγκεκριμένο τομέα. 

Μία ευρωπαϊκή στρατηγική αναμένεται να επιτρέψει μελλοντικά την άρση του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Έχουν δρομολογηθεί ήδη πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της εμφάνισης πρότυπων-πειραματικών αγορών σε τομείς πολλά υποσχόμενους από τεχνολογική σκοπιά.

Η ΕΕ έχει καταστήσει την ανάπτυξη του δυναμικού της έρευνας και της καινοτομίας, ιδίως μάλιστα στις υστερούσες περιφέρειες, μία από τις προτεραιότητες της πολιτικής της στον τομέα της συνοχής και των χρηματοδοτικών μέσων που την υλοποιούν (διαρθρωτικά ταμεία).

Προς την πραγμάτωση του ΕΧΕ

Πέραν των ήδη συντελεσθέντων βημάτων προόδου, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε ορισμένες προκλήσεις ακόμη, πριν να μπορέσουμε να πούμε ότι έχει υλοποιηθεί ο ΕΧΕ:

  • η σταδιοδρομία των ερευνητών στην Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί διαδρομή μετ’ εμποδίων: πολλά νομικά και πρακτικά εμπόδια συνεχίζουν να κωλύουν την επαγγελματική εξέλιξη των ερευνητών, ιδίως όσον αφορά την κινητικότητα μεταξύ επιμέρους φορέων, τομέων και χωρών· 
  • οι εταιρίες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη διαμόρφωση σχέσεων συνεργασίας με τα πανεπιστήμια, κυρίως όταν πρόκειται για αλλοδαπά ιδρύματα· 
  • οι εθνικές και περιφερειακές χρηματοδοτήσεις αποτελούν αντικείμενο ελλιπούς συντονισμού. Στερούνται γνήσιας ευρωπαϊκής προοπτικής και διεθνικής συνέπειας, με αποτέλεσμα να παραμένουν συνολικά αναποτελεσματικές· 
  • τα αποτελέσματα της έρευνας θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κατά πολύ πληρέστερης αξιοποίησης· 
  • η κατάτμηση της δημόσιας έρευνας συνεχίζεται και καθιστά πάντα την Ευρώπη ελάχιστα ελκυστική για τους επενδυτές (ο ιδιωτικός τομέας θεωρείται ότι συμβάλλει κατά τα δύο τρίτα στην πραγμάτωση του στόχου της διάθεσης του 3% του ΑΕΠ στην έρευνα).

Πλαίσιο

Η παρούσα πράσινη βίβλος αποτέλεσε ευκαιρία για ευρύτατο διάλογο. Ο διάλογος αυτός ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του 2007. Οι απαντήσεις που συγκεντρώθηκαν χρησίμευσαν στη διαμόρφωση συγκεκριμένων δράσεων ανάπτυξης του ΕΧΕ, του οποίου η υλοποίηση άρχισε το 2008.

ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης για την Πράσινη Βίβλο «Ο Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας: νέες προοπτικές» της 2ας Απριλίου 2008:
Η έκθεση αυτή φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη να ξεκινήσουν νέες δράσεις σε εθνικό και/ή ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου να αξιοποιηθεί όλο το δυναμικό των ερευνητικών δυνατοτήτων της Ευρώπης, ενόψει της πραγμάτωσης του ΕΧΕ. Οι απαντήσαντες θεωρούν ότι ο διαμοιρασμός των γνώσεων, οι ερευνητικές υποδομές, η διεθνής συνεργασία, ο προγραμματισμός και η κινητικότητα των ερευνητών πρέπει να συγκαταλέγονται μεταξύ των προτεραιοτήτων της ΕΕ. Θεωρούν επίσης ότι ο ρόλος των ιδιωτικών επιχειρήσεων θα πρέπει να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη, λόγω των σχέσεων των επιχειρήσεων με την πολιτική της καινοτομίας και της εκπαίδευσης. Ακόμη κι αν λίγοι είναι εκείνοι που ζητούν δεσμευτική νομοθεσία, πολλοί είναι υπέρ της ιδέας μιας νομοθετικής πράξης με σκοπό τη βελτίωση τής σταδιοδρομίας και της κινητικότητας των ερευνητών ή τη θέσπιση νομικού πλαισίου για τις ευρωπαϊκές ερευνητικές υποδομές. Οι απαντήσαντες εγκρίνουν τα κοινοτικά μέσα που στοχεύουν στην προώθηση του ΕΧΕ, όπως τα οικονομικά κίνητρα, την αύξηση του προϋπολογισμού (το 7ο πρόγραμμα-πλαίσιο διαθέτει συνολικό προϋπολογισμό 54 δισεκατομμυρίων ευρώ), τις κατευθυντήριες γραμμές, κλπ.

Μετά τη διαβούλευση αυτή, προέκυψαν πέντε πρωτοβουλίες σχετικά με τον ΕΧΕ το 2008:
  • μία σύσταση για τη διαχείριση της πνευματικής ιδιοκτησίας από τους δημόσιους ερευνητικούς οργανισμούς· 
  • μία σύμπραξη για τους ερευνητές· 
  • ένα νομικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στις πανευρωπαϊκές ερευνητικές υποδομές· 
  • κοινός προγραμματισμός στην έρευνα· 
  • στρατηγικό πλαίσιο για την διεθνή επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία. 

Προκειμένου να συμπληρωθούν οι ανωτέρω πρωτοβουλίες, το Συμβούλιο αποφάσισε να ενισχύσει τη διάσταση του ΕΧΕ μέσω της έναρξης του νέου κύκλου (2008-2010) της στρατηγικής της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Στα προγράμματα μεταρρύθμισής τους σε εθνικό επίπεδο, τα κράτη μέλη καλούνται να ορίσουν τις πολιτικές που θα συμβάλουν στην ανάπτυξη του ΕΧΕ.
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 294/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2008, για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Καινοτομίας και Τεχνολογίας.

ΣΥΝΟΨΗ

Με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Καινοτομίας και Τεχνολογίας (ΕΙΤ), η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προχωρεί ένα βήμα εγγύτερα προς την οικονομία της γνώσης.

Πιο συγκεκριμένα, με την ίδρυση του ΕΙΤ επιδιώκεται:

ελάττωση του κατακερματισμού του ευρωπαϊκού τομέα γνώσεων·
δημιουργία καινούριων μοντέλων αναφοράς με βάση την αριστεία·
ενσωμάτωση της διάστασης των επιχειρήσεων και της καινοτομίας στην έρευνα και την εκπαίδευση·
αντιμετώπιση του κενού της καινοτομίας.

Με άλλα λόγια, το ΕΙΤ καλείται να υλοποιήσει τη σύζευξη των τριών στοιχείων του τριγώνου της γνώσης (παιδεία, έρευνα, καινοτομία) προσελκύοντας τους καλύτερους συντελεστές και ταλαντούχα πρόσωπα, και αναπτύσσοντας τα πολυάριθμα δίκτυά του.

Στόχος και καθήκοντα

Το ΕΙΤ είναι ένας οργανισμός αφιερωμένος στην παιδεία (την τριτοβάθμια εκπαίδευση), την έρευνα και την καινοτομία. Ουσιαστικά θα επιδιώξει τη σύγκλιση των τριών στοιχείων που αποτελούν το τρίγωνο της γνώσης, προς ένα και μόνο στόχο: μεγαλύτερη ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας και της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης, ενισχύοντας την ικανότητα της ΕΕ και των κρατών μελών στην καινοτομία.

Στη διάρθρωσή του ενσωματώνει τους τρεις αυτούς τομείς, λειτουργώντας ως ναυαρχίδα αριστείας, με τα ακόλουθα καθήκοντα:

εντοπίζει τους τομείς προτεραιότητάς του·
προωθεί τη διάδοση ορθών πρακτικών για την ολοκλήρωση του τριγώνου της γνώσης· καθίσταται όργανο παγκοσμίου κύρους·
προβάλλει την αποστολή του στους επίδοξους οργανισμούς-εταίρους·
εξασφαλίζει συμπληρωματικότητα και συνέργεια μεταξύ των δραστηριοτήτων του ΕΙΤ και άλλων κοινοτικών προγραμμάτων·
επιλέγει, ορίζει και συντονίζει τις «κοινότητες γνώσης και καινοτομίας» (ΚΓΚ) στους τομείς προτεραιότητας·
κινητοποιεί τα απαραίτητα κεφάλαια από δημόσιες και ιδιωτικές πηγές και τα διαχειρίζεται· ενθαρρύνει την αναγνώριση των πτυχίων και των τίτλων του ΕΙΤ εντός των κρατών μελών.

Το ΕΙΤ δύναται επίσης να συστήσει ίδρυμα (στο εξής αναφερόμενο ως «Ίδρυμα του EIT»), για την προώθηση και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων του ΕΙΤ.

Λειτουργία

Το ΕΙΤ θα λειτουργεί ως αυτόνομος οργανισμός. Το γνώρισμα αυτό θα είναι εμφανές στη διαχείριση, στις διαδικασίες επιλογής, εποπτείας και αξιολόγησης, καθώς και στη χρηματοδότηση του ΕΙΤ.

Το EIT οφείλει να συμπλέει με τις δράσεις, τις πολιτικές και τις πρωτοβουλίες που λαμβάνονται σε κοινοτικό, εθνικό και διακυβερνητικό επίπεδο, στα ποικίλα πεδία όπου παρεμβαίνει.

Δομή και διακυβέρνηση

Η δομή και η διακυβέρνηση του ΕΙΤ συστήνονται από:
το διοικητικό συμβούλιο·
την εκτελεστική επιτροπή·
το διευθυντή·
την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου·
τις ΚΓΚ, ολοκληρωμένες εταιρικές συμπράξεις (με δυνητική προέλευση από τρίτες χώρες), που τις αποτελούν ομάδες συγκροτούμενες από Πανεπιστήμια, ερευνητικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις.

Το διοικητικό συμβούλιο θα αποτελείται από μέλη υψηλού επιπέδου προερχόμενα από τον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, των επιστημών και των επιχειρήσεων. Θα έχει τις εξής κύριες αρμοδιότητες:

θα διευθύνει τις δραστηριότητες του ΕΙΤ·
θα διενεργεί την επιλογή, τον καθορισμό και την αξιολόγηση των ΚΓΚ·
θα καθορίζει τις στρατηγικές προτεραιότητες του ΕΙΤ και τα κύρια θεματικά πεδία παρέμβασης του ΕΙΤ.

Η εκτελεστική επιτροπή εποπτεύει τη λειτουργία του ΕΙΤ και λαμβάνει τις αποφάσεις στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου.

Ο διευθυντής λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο για τη διοικητική και την οικονομική διαχείριση του ΕΙΤ, του οποίου και είναι νόμιμος εκπρόσωπος.

Η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου συμβουλεύει το διοικητικό συμβούλιο και τον διευθυντή σχετικά με τη διαχείριση και τον οικονομικό και διοικητικό έλεγχο του ΕΙΤ, σχετικά με την οργάνωση των οικονομικών δεσμών με τις ΚΓΚ και με οποιοδήποτε άλλο θέμα της ζητήσει το διοικητικό συμβούλιο.

Όσο για τις ΚΓΚ, διαδραματίζουν κυρίως τον εξής ρόλο:

υλοποιούν δραστηριότητες καινοτομίας και επενδύσεις με άξονα την έρευνα, την εκπαίδευση στους διεπιστημονικούς τομείς, προωθώντας τη διάδοση και την αξιοποίηση των σχετικών αποτελεσμάτων·
διενεργούν έρευνα αιχμής σε τομείς που παρουσιάζουν αυξημένο κοινωνικο-οικονομικό ενδιαφέρον για την Ένωση και διαθέτουν πραγματικό δυναμικό καινοτομίας·
οργανώνουν δραστηριότητες εκπαίδευσης και κατάρτισης·
διαδίδουν τις βέλτιστες πρακτικές στους τομείς της διακυβέρνησης και της συνεργασίας.

Οι εν λόγω κοινότητες θα αποτελούνται από διευθύνσεις και ομάδες που συμπράττουν και προέρχονται από Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις. Θα αξιοποιούν από κοινού διάφορα είδη πόρων, όπως υποδομές, προσωπικό και κεφάλαια από δημόσιες και ιδιωτικές πηγές. Θα χρησιμοποιήσουν τους πόρους αυτούς για να συστήσουν μια κρίσιμη μάζα υψηλού επιπέδου και να αξιοποιήσουν την αριστεία τους σε θέματα εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας στα εκάστοτε πεδία τους. Αν και οι υλικοί πόροι είναι γεωγραφικά διάσπαρτοι, κάθε κοινότητα θα λειτουργεί ως ολοκληρωμένο σύνολο. Επιπλέον, θα χαίρουν μέγιστης αυτονομίας και ευελιξίας σε επίπεδο εσωτερικής οργάνωσης και διαχείρισης των ιδίων πόρων τους. Οι εν λόγω κοινότητες θα επιλέγονται βάσει διαγωνισμού που θα διεξάγει το ΕΙΤ και θα είναι υπόλογες απέναντί του. Πέραν της απλής συνεργασίας, θα παρέχουν στο ΕΙΤ πόρους (υποδομές, προσωπικό, εξοπλισμό).

Η επιλογή μίας ΚΓΚ εξαρτάται από διάφορα κριτήρια που άπτονται του τεχνολογικού δυναμικού και της ικανότητας καινοτομίας της ΚΓΚ, της χρηματοδότησής της και των χαρακτηριστικών διαχείρισης και λειτουργίας της.

Στο κείμενο προβλέπεται επίσης ότι η Επιτροπή θα έχει δυνατότητα να διορίζει παρατηρητές, οι οποίοι θα συμμετέχουν στις συνόδους των τριών επιτροπών του ΕΙΤ.

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα όργανα του ΕΙΤ θα βρείτε στα συνημμένα του παρόντος κανονισμού.

Πτυχία και τίτλοι σπουδών

Θέλοντας να προβληθεί, αλλά και να ενισχύσει την ταυτότητα, τη φήμη και την αναγνωρισιμότητά του, το ΕΙΤ ενθαρρύνει τα συμμετέχοντα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να απονέμουν κοινά ή πολλαπλά πτυχία και τίτλους σπουδών που να αντικατοπτρίζουν τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα των ΚΓΚ.

Σύμφωνα με τα άρθρα 149 και 150 της Συνθήκης ΕΚ, τα κράτη μέλη θα διευκολύνουν την αναγνώριση των πτυχίων και των τίτλων σπουδών του ΕΙΤ.

Καθεστώς

Το ΕΙΤ, ως κοινοτικός οργανισμός, διαθέτει νομική προσωπικότητα και απολαμβάνει τα προνόμια και τις ασυλίες που έχουν εφαρμογή στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

Το EIT είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι η αρμόδια αρχή για την εκδίκαση οποιασδήποτε διαφοράς.

Έδρα

Σύμφωνα με την Απόφαση 2008/634/ΕΚ, η έδρα του ΕΙΤ είναι στη Βουδαπέστη.

Χρηματοδοτικοί πόροι

Οι πόροι του ΕΙΤ συνίστανται σε:

συνεισφορές του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ·
υποχρεωτικές ή εθελοντικές συνεισφορές των συμμετεχόντων κρατών, τρίτων χωρών ή δημόσιων αρχών τους·
συνεισφορές επιχειρήσεων ή ιδιωτικών οργανισμών·
κληροδοτήματα, δωρεές και συνεισφορές ιδιωτών, θεσμικών οργάνων, ιδρυμάτων ή άλλων εθνικών φορέων·
έσοδα του ΕΙΤ·
έσοδα που προέρχονται από ίδιες δραστηριότητες των ΚΓΚ και δικαιώματα εκμετάλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας·
συνεισφορές διεθνών φορέων ή οργανισμών·
έσοδα που προέρχονται από δραστηριότητες του ΕΙΤ ή από το κεφαλαιουχικό του απόθεμα· δάνεια και συνεισφορές της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.

Ο αρχικός προϋπολογισμός του Ινστιτούτου για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2008 έως 31 Δεκεμβρίου 2013 ανέρχεται σε 308,7 εκατ. ευρώ.

Στις δαπάνες του Ινστιτούτου περιλαμβάνονται τα έξοδα προσωπικού, διοίκησης, υποδομών και λειτουργίας.

Γενικά χαρακτηριστικά

Το ΕΙΤ δραστηριοποιείται εν πλήρη ανεξαρτησία και συμπλέει με τις δράσεις, τις πολιτικές, τις πρωτοβουλίες και τα μέσα που εφαρμόζονται στα διαφορετικά επίπεδα αρμοδιότητας.

Το ΕΙΤ ενεργεί σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την πνευματική ιδιοκτησία και τη διαφάνεια.

Το ΕΙΤ θα εγκρίνει τριετές πρόγραμμα εργασίας, βασισμένο στο στρατηγικό θεματολόγιο καινοτομίας (ΣΘΚ), που θα περιέχει δήλωση των κύριων προτεραιοτήτων και πρωτοβουλιών του, καθώς και εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών και πηγών. Θα εγκρίνει επίσης ετήσια έκθεση αξιολόγησης. Τα δύο αυτά έγγραφα θα δημοσιοποιούνται.

Το ΕΙΤ θα υπόκειται σε συνεχή παρακολούθηση που θα συνοδεύεται από περιοδικές ανεξάρτητες αξιολογήσεις.

Τέλος, έως τον Ιούνιο του 2011 και ανά πενταετία μετά την έναρξη ισχύος νέου δημοσιονομικού πλαισίου, η Επιτροπή θα δημοσιεύει έκθεση αξιολόγησης του ΕΙΤ.

Πλαίσιο

Τα τελευταία χρόνια αναλήφθηκαν διάφορες πρωτοβουλίες από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τα κράτη μέλη στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και της καινοτομίας, ώστε να βελτιωθούν οι σχέσεις τους και παράλληλα να ενισχυθεί η συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή, χωρίς ουσιαστική επιτυχία.

Συνεπώς, η Επιτροπή πρότεινε σε έκθεσή της την άνοιξη του 2005 να ιδρυθεί ένα «Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας», που θα συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.

Επεξήγηση όρων:

Καινοτομία: η διαδικασία, με την οποία νέες ιδέες δίνουν απαντήσεις στα αιτήματα της κοινωνίας και της οικονομίας και δημιουργούν νέα προϊόντα, υπηρεσίες ή επιχειρηματικά και οργανωτικά μοντέλα που εισάγονται με επιτυχία σε μια υφιστάμενη αγορά ή που μπορούν να δημιουργήσουν νέες αγορές, καθώς και τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής.
Οργανισμός-εταίρος: κάθε οργανισμός που είναι μέλος ΚΓΚ· η έννοια αυτή περιλαμβάνει ειδικότερα: Πανεπιστήμια, ερευνητικούς οργανισμούς, δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, περιφερειακές και τοπικές αρχές, ιδρύματα.
Στρατηγικό θεματολόγιο καινοτομίας (ΣΘΚ): έγγραφο πολιτικής που περιγράφει, για χρονικό διάστημα επτά ετών, τους τομείς προτεραιότητας του ΕΙΤ για μελλοντικές πρωτοβουλίες, μαζί με επισκόπηση των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων έρευνας, καινοτομίας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

http://eit.europa.eu/
Η ποιότητα είναι το ισχυρότερο όπλο των ευρωπαίων γεωργών για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των αναδυόμενων χωρών. Στην Ευρώπη, η ποιότητα των γεωργικών προϊόντων οφείλεται στον υψηλό βαθμό ασφάλειας που εξασφαλίζεται χάρη στην κοινοτική νομοθεσία επί του συνόλου τής αλυσίδας τροφίμων και άλλων πτυχών (μέθοδοι και τόποι γεωργικής παραγωγής, κλπ.). 

Απαιτήσεις παραγωγής και πρότυπα εμπορίας

Τα τρόφιμα που παράγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) συμμορφώνονται προς μία σειρά απαιτήσεων που αφορούν τη γεωργική παραγωγή. Οι κανόνες αποβλέπουν στη διασφάλιση της τήρησης των προτύπων υγιεινής και ασφάλειας για τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά, αλλά αφορούν και θέματα μέριμνας για το περιβάλλον, δεοντολογίας, κοινωνικά, κλπ. Πολλές από αυτές τις απαιτήσεις για τη γεωργική παραγωγή –αυτές που δεν αφορούν την υγιεινή και την ασφάλεια των τροφίμων- δεν ισχύουν για τα εισαγόμενα είδη διατροφής. Ωστόσο, οι ευρωπαίοι καταναλωτές δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ποια προϊόντα πληρούν ή ποια δεν πληρούν τους κανόνες αυτούς. Για την καλύτερη πληροφόρηση του καταναλωτή, είναι σημαντικό να ερωτηθούν οι ενδιαφερόμενοι κατά πόσο είναι σκόπιμη η δημιουργία ενός συμβόλου ως ένδειξη συμμόρφωσης του προϊόντος προς κάποιους κανόνες παραγωγής ή για την ανάγκη ένδειξης του τόπου παραγωγής (ΕΕ / μη ΕΕ) των πρωτογενών προϊόντων.

Οι ευρωπαϊκοί κανόνες εμπορίας αντικαθιστούν τα διάφορα εθνικά πρότυπα. Στόχος τους είναι να βοηθήσουν τους αγρότες να παραδίδουν στους καταναλωτές προϊόντα με την αναμενόμενη ποιότητα και να διευκολύνεται η σύγκριση τιμών προϊόντων διαφορετικής ποιότητας. Για τα περισσότερα γεωργικά προϊόντα, αποτελούν ρυθμίσεις οι οποίες προβλέπουν ορισμούς των προϊόντων, ελάχιστα πρότυπα προϊόντων, κατηγορίες προϊόντων και απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τη σήμανση. Στα πλαίσια της διαβούλευσης, οι συμμετέχοντες ερωτώνται κατά πόσο είναι απαραίτητος ο ορισμός και η επιβολή σε ευρωπαϊκό επίπεδο υποχρεωτικών στοιχείων (απαιτήσεις για τη γεωργική παραγωγή, κατηγορίες ποιότητας, κλπ.), αποκλειστικών όρων (όρος «αγρόκτημα», «ορεινό προϊόν») και κατά πόσο είναι απαραίτητη η απλούστευση των σημερινών κανόνων εμπορίας.

Ευρωπαϊκά συστήματα ποιότητας

Το σύστημα γεωγραφικών ενδείξεων εξασφαλίζει την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει τις προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης (ΠΟΠ) και τις προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις (ΠΓΕ) που περιγράφουν ένα προϊόν του οποίου τα χαρακτηριστικά (ΠΟΠ) ή η φήμη (ΠΓΕ) συνδέονται με την γεωγραφική περιοχή καταγωγής του. Για τους καταναλωτές, οι γεωγραφικές ενδείξεις εγγυώνται αυθεντικά προϊόντα ποιότητας που ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους. Προκειμένου να επωφεληθεί κάποιος μιας ΠΟΠ, πρέπει καταρχήν όλα τα στάδια τής παραγωγής να πραγματοποιούνται στην γεωγραφική περιοχή προέλευσης. Στην περίπτωση της ΠΓΕ, ένα μόνο στάδιο παραγωγής αρκεί (πρόκειται κυρίως για την περίπτωση των οινοπνευματωδών ποτών). Στόχος της πράσινης βίβλου είναι να αναγνωρίσει τους τρόπους βελτίωσης και ανάπτυξης του συστήματος γεωγραφικών ενδείξεων καθώς και της προστασίας τού συστήματος αυτού σε τρίτες χώρες.

Το σύστημα των εγγυημένων παραδοσιακών ιδιότυπων προϊόντων (ΕΠΠ) δημιουργήθηκε το 1992. Τα ΕΠΠ είναι γεωργικά προϊόντα ή τρόφιμα που έχουν παραδοσιακή σύνθεση ή τα οποία παράγονται με τη χρήση παραδοσιακών πρώτων υλών ή παραδοσιακών μεθόδων παραγωγής. Από τότε που καθιερώθηκε, το σύστημα επέτρεψε την καταχώριση 20 ΕΠΠ. Αυτός ο σχετικά χαμηλός αριθμός θέτει το θέμα αναζήτησης ενός καλύτερου μέσου αναγνώρισης και προώθησης των παραδοσιακών προϊόντων.

Από τότε που υιοθετήθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αρ. 834/2007 για την παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων, η κύρια πρόκληση είναι η δημιουργία μίας εσωτερικής αγοράς βιολογικών προϊόντων. Σήμερα, η αγορά αυτή λειτουργεί κυρίως σε εθνικό επίπεδο. Είναι λοιπόν σημαντικό να εξετάσουμε τις δυνατότητες δημιουργίας μίας πραγματικά ενιαίας αγοράς βιολογικών προϊόντων σε επίπεδο ΕΕ.

Το σύστημα με το οποίο διασφαλίζεται η προώθηση των ποιοτικών προϊόντων προερχόμενων από τις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες βασίζεται στη δημιουργία ενός λογότυπου. Για να αποκτήσουν αυτό το λογότυπο, οι παραγωγοί θα πρέπει να πληρούν μία σειρά απαιτήσεων, οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες ή, ελλείψει αυτών, σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες. Σε ποιο βαθμό οι εμπορικές οργανώσεις θα μπορούσαν να υιοθετήσουν, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ισπανίας και της Γαλλίας, επιπρόσθετες ειδικές απαιτήσεις που σκοπό έχουν τη βελτίωση της ποιότητας των τοπικών προϊόντων και την αύξηση της ποσότητας των ποιοτικών γεωργικών προϊόντων προερχόμενων από τις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της ΕΕ.

Είναι απαραίτητη η υπαγωγή σε άλλα συστήματα, για παράδειγμα για την αναγνώριση των «προϊόντων υψηλής φυσικής αξίας» ή των «ορεινών προϊόντων»;

Συστήματα πιστοποίησης της ποιότητας

Για τους καταναλωτές, τα συστήματα πιστοποίησης της ποιότητας των τροφίμων αποτελούν μία επιπλέον εγγύηση εμπιστοσύνης στη σήμανση. Τα συστήματα αυτά ποικίλλουν, από τη συμμόρφωση προς υποχρεωτικά πρότυπα παραγωγής μέχρι επιπρόσθετες απαιτήσεις που αφορούν την περιβαλλοντική προστασία, την καλή μεταχείριση των ζώων, το δίκαιο εμπόριο, ζητήματα θρησκευτικά ή πολιτιστικά, μεθόδους γεωργικής παραγωγής, την καταγωγή των προϊόντων, κλπ. Χάρη στις απαιτήσεις αυτές, προέκυψε μία σειρά συστημάτων πιστοποίησης και σήμανσης ποιότητας που μερικές φορές προκάλεσε ανησυχίες σε ό,τι αφορά τη διαφάνεια των απαιτήσεων των συστημάτων, την αξιοπιστία των αιτήσεων και τις δίκαιες εμπορικές σχέσεις. Η πράσινη βίβλος θέτει το ζήτημα εύρεσης τρόπων προστασίας τού καταναλωτή και αποφυγής επιπρόσθετων εξόδων και περιορισμών για τους παραγωγούς.
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 2007 για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 [Πράξη (εις) τροποποίησης].

ΣΥΝΟΨΗ

Ο παρών κανονισμός ορίζει νέο νομικό πλαίσιο για τα βιολογικά προϊόντα. Θεσπίζει τους στόχους και τις αρχές που ισχύουν γι’ αυτό τον τύπο παραγωγής και διευκρινίζει τους κανόνες σχετικά με την παραγωγή, την επισήμανση, τους ελέγχους και τις εμπορικές συναλλαγές με τρίτες χώρες. Η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του κανονισμού είναι η 1η Ιανουαρίου 2009.

Πεδίο εφαρμογής

Το πλαίσιο που ορίζεται από τον παρόντα κανονισμό διέπει:

τα γεωργικά προϊόντα (περιλαμβανομένων των προϊόντων υδατοκαλλιέργειας) που δεν έχουν μεταποιηθεί ή έχουν μεταποιηθεί και προορίζονται για διατροφή του ανθρώπου·
τις ζωοτροφές·
το φυτικό υλικό αναπαραγωγής και τους σπόρους προς σπορά που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια·
τις ζύμες για τη διατροφή του ανθρώπου ή για ζωοτροφές.

Ο υπόψη κανονισμός περιλαμβάνει τους γενικούς στόχους και αρχές που χρησιμεύουν ως βάση για τη βιολογική γεωργία. Οι στόχοι αποβλέπουν στη βιώσιμη γεωργία και στην υψηλή ποιότητα παραγωγής, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Οι γενικές αρχές αφορούν, μεταξύ άλλων, τις ειδικές μεθόδους παραγωγής, τη χρήση φυσικών πόρων και τον αυστηρό περιορισμό τεχνητών χημικών πρώτων υλών. Επιπλέον, ο κανονισμός ορίζει τις ειδικές αρχές που αφορούν τη γεωργία, τη μεταποίηση βιολογικών τροφίμων και τις βιολογικές ζωοτροφές.

Κανόνες παραγωγής

Σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες βιολογικής παραγωγής, οι γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί (ΓΤΟ) απαγορεύονται σε όλες τους τις μορφές. Οι κανόνες που αφορούν την επισήμανση των τροφίμων παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να διασφαλίζουν την τήρηση αυτής της απαγόρευσης. Επίσης απαγορεύεται η επεξεργασία με ιοντίζουσες ακτινοβολίες.

Οι επιχειρήσεις που επιθυμούν να ασχολούνται ταυτόχρονα και με τους δύο τύπους γεωργικής παραγωγής (βιολογικής και μη βιολογικής) πρέπει να φροντίζουν για το διαχωρισμό ζώων και εδαφών.

Η βιολογική φυτική παραγωγή οφείλει να τηρεί ορισμένους κανόνες που αφορούν:

τη λίπανση του εδάφους, που πρέπει να διατηρεί τη φυσική ζωή και τη γονιμότητα του εδάφους·
την πρόληψη ζημιών, που πρέπει να βασίζεται σε φυσικές μεθόδους, αλλά μπορεί να προσφεύγει στη χρήση περιορισμένου πλήθους φυτοπροστατευτικών προϊόντων τα οποία επιτρέπει η Επιτροπή·
τους σπόρους προς σπορά και το φυτικό πολλαπλασιαστικό υλικό, που πρέπει να παράγονται σύμφωνα με τη βιολογική μέθοδο·
τα προϊόντα καθαρισμού, που πρέπει να έχουν αποτελέσει αντικείμενο άδειας της Επιτροπής.

Τα άγρια φυτικά είδη που συλλέγονται σε ορισμένες ζώνες ταξινομούνται επίσης ως βιολογικά προϊόντα, στο βαθμό που πληρούν ορισμένους όρους όσον αφορά τη συλλογή τους και τη ζώνη προέλευσής τους. Τα θαλασσινά φύκια μπορούν επίσης να θεωρηθούν ως βιολογικά προϊόντα, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις τόσο για τη ζώνη παραγωγής όσο και για τη ζώνη συλλογής τους.

Η βιολογική ζωική παραγωγή πρέπει να τηρεί ορισμένους κανόνες που αφορούν:

την προέλευση των ζώων, που πρέπει να γεννιούνται και να εκτρέφονται σε βιολογικές εκμεταλλεύσεις·
τις κτηνοτροφικές πρακτικές, που, μεταξύ άλλων, αφορούν ορισμένα χαρακτηριστικά του σταβλισμού·
τις μεθόδους αναπαραγωγής των ζώων, γενικώς φυσικές·
τις ζωοτροφές, που πρέπει να είναι βιολογικής προέλευσης·
την πρόληψη ασθενειών·
τον καθαρισμό και την απολύμανση, όπου χρησιμοποιούνται μόνο προϊόντα εγκεκριμένα από την Επιτροπή.

Για τα ζώα υδατοκαλλιέργειας εφαρμόζονται ανάλογοι ειδικοί κανόνες.

Η Επιτροπή επιτρέπει τη χρήση περιορισμένου πλήθους προϊόντων και ουσιών στη βιολογική γεωργία. Τα προϊόντα αυτά μπορούν να προορίζονται για τη φροντίδα φυτικών ειδών, για τις ζωοτροφές και για τον καθαρισμό των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται για τη ζωική και φυτική παραγωγή. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να καθορίζει ορισμένα όρια και προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω προϊόντων.

Οι εκμεταλλεύσεις που αρχίζουν δραστηριότητα βιολογικής παραγωγής οφείλουν να διέρχονται κάποια μεταβατική περίοδο μετατροπής. Οι κανόνες που καθορίζονται στον υπόψη κανονισμό διέπουν επίσης αυτή την περίοδο μετατροπής.

Οι μεταποιημένες βιολογικές ζωοτροφές πρέπει να περιέχουν βιολογικές πρώτες ύλες και δεν επιτρέπεται να έχουν υποστεί μεταποίηση με χρήση συνθετικών διαλυτών. Τα μεταποιημένα τρόφιμα πρέπει να περιέχουν κατά κύριο λόγο συστατικά γεωργικής προέλευσης. Άλλα συστατικά επιτρέπονται εφόσον έχουν προηγουμένως αποτελέσει το αντικείμενο έγκρισης εκ μέρους της Επιτροπής. Οι βιολογικές ζύμες πρέπει να παράγονται από βιολογικά υποστρώματα και άλλα συστατικά για τα οποία έχει δοθεί άδεια.

Η Επιτροπή μπορεί να προβλέπει παρεκκλίσεις από τις διατάξεις σχετικά με τους στόχους, τους κανόνες παραγωγής και την επισήμανση. Οι παρεκκλίσεις αυτές παραμένουν περιορισμένες χρονικά και σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις.

Επισήμανση

Η επισήμανση, η δημοσιότητα ή τα εμπορικά έγγραφα είναι δυνατόν να περιέχουν όρους όπως «οικο» και «βιο» για το χαρακτηρισμό ως βιολογικού κάποιου προϊόντος, των συστατικών του ή των πρώτων υλών.

Η επισήμανση βιολογικού προϊόντος πρέπει να είναι ευχερώς ορατή στη συσκευασία και να περιέχει αναφορά στον οργανισμό ελέγχου που πιστοποιεί το υπόψη προϊόν.

Από την 1η Ιουλίου 2010, η χρήση του λογότυπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα τρόφιμα που προέρχονται από βιολογική καλλιέργεια είναι υποχρεωτική. Το ίδιο ισχύει και για την ένδειξη του τόπου προέλευσης των πρώτων υλών που συνιστούν το προϊόν.

Έλεγχοι

Η τήρηση των διατάξεων που περιέχονται στον κανονισμό εξασφαλίζεται με σύστημα ελέγχου που λειτουργεί με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και με βάση μέτρα πρόληψης και ελέγχου που ορίζονται από την Επιτροπή. Το σύστημα αυτό εξασφαλίζει την ιχνηλασιμότητα των τροφίμων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

Το είδος και η συχνότητα των ελέγχων προσδιορίζονται με εκτίμηση επικινδυνότητας των παραβάσεων. Με τη διαχείριση των ελέγχων ασχολούνται αρχές οριζόμενες από τα κράτη μέλη. Υπό ορισμένους όρους, οι αρχές αυτές μπορούν να αναθέτουν καθήκοντα ελέγχου σε διαπιστευμένους οργανισμούς, αλλά παραμένουν υπεύθυνες για την επιτήρηση των διενεργούμενων ελέγχων και τη χορήγηση των εξουσιοδοτήσεων. Τα κράτη μέλη πρέπει να κοινοποιούν κατά τακτά διαστήματα στην Επιτροπή τον κατάλογο των αρχών και των οργανισμών ελέγχου [κατάλογος των οργανισμών ή των αρχών που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο δημοσιεύθηκε το έτος 2007].

Οι αρχές πρέπει επίσης να ελέγχουν τις δραστηριότητες κάθε επιχείρησης που ασχολείται με την εμπορία βιολογικού προϊόντος πριν από τη διάθεσή του στην αγορά. Σε συνέχεια του ελέγχου αυτού, η επιχείρηση λαμβάνει δικαιολογητικό που πιστοποιεί ότι τηρεί τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Εφόσον διαπιστωθούν παρατυπίες, η αρχή φροντίζει ώστε η επισήμανση των υπόψη προϊόντων να μην περιέχει καμία αναφορά στον τρόπο βιολογικής παραγωγής.

Εμπορικές ανταλλαγές με τρίτες χώρες

Τα προϊόντα προέλευσης τρίτων χωρών μπορούν επίσης να διατίθενται στην κοινοτική αγορά ως βιολογικά προϊόντα, στο βαθμό που τηρούν τις διατάξεις του κανονισμού και εφόσον έχουν αποτελέσει το αντικείμενο ελέγχου. Ο έλεγχος είναι δυνατόν να διεξάγεται είτε από οργανισμό αναγνωρισμένο από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα είτε από διαπιστευμένο οργανισμό ελέγχου.

Εμπορία και στατιστική επιτήρηση

Η εμπορία βιολογικού προϊόντος δεν είναι δυνατόν κατά κανέναν τρόπο να παρακωλύεται από τις αρχές κράτους μέλους άλλου από εκείνο της αρχής που έχει ελέγξει το προϊόν.

Η Επιτροπή αναπτύσσει δραστηριότητα στατιστικής επιτήρησης με βάση τα δεδομένα που δίνονται από τα κράτη μέλη. Η μόνιμη επιτροπή βιολογικής γεωργίας (EN) συνεπικουρεί την Επιτροπή στη χάραξη πολιτικών σχετικών με τη βιολογική γεωργία.

Πλαίσιο

Ο παρών κανονισμός καταρτίστηκε στο πλαίσιο σειράς πρωτοβουλιών υπέρ της βιολογικής γεωργίας. Στο ίδιο αυτό πλαίσιο, η Επιτροπή θέσπισε το 2004 ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τη βιολογική διατροφή και τη βιολογική γεωργία.

Το πρώτο νομικό πλαίσιο για τη βιολογική παραγωγή ορίστηκε το έτος 1991, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2092/91. Μετά την έκδοσή του, επήλθαν πολυάριθμες τροποποιήσεις, διότι η βιολογική παραγωγή μεγεθύνεται συνεχώς σε όλα τα κράτη μέλη. 
Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013 09:32

Οικολογικό σήμα

Το οικολογικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απονέμεται στα προϊόντα και υπηρεσίες με τοv μικρότερο περιβαλλοντικό αντίκτυπο σε σχέση με τα προϊόντα της ίδιας ομάδας. Τα κριτήρια απονομής του οικολογικού σήματος της ΕΕ καθορίζονται βάσει επιστημονικών στοιχείων, λαμβανομένου υπόψη ολόκληρου του κύκλου ζωής των προϊόντων από την εκπόνηση μέχρι την απόρριψή τους.

Το σήμα απονέμεται σε όλα τα αγαθά ή υπηρεσίες που προσφέρονται για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην κοινοτική αγορά, είτε επί πληρωμή είτε δωρεάν. Δεν εφαρμόζεται στα φαρμακευτικά προϊόντα που προορίζονται για ανθρώπινη ή κτηνιατρική χρήση, ούτε στα ιατροτεχνολογικά βοηθήματα.

Το σύστημα αυτό θεσπίστηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 880/92 και τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1980/2000. Στόχος του παρόντος κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 66/2010 είναι η βελτίωση των κανόνων απονομής, χρήσης και λειτουργίας του σήματος.

Κριτήρια απονομής

Η απονομή του σήματος γίνεται βάσει των ευρωπαϊκών στόχων για το περιβάλλον και τη δεοντολογία. Κυρίως λαμβάνονται υπόψη τα εξής στοιχεία:

οι επιπτώσεις των προϊόντων και των υπηρεσιών στην κλιματική αλλαγή, τη φύση και τη βιοποικιλότητα, την κατανάλωση ενέργειας και πόρων, τη δημιουργία αποβλήτων, τη ρύπανση, τις εκπομπές και την ελευθέρωση επικίνδυνων ουσιών στο περιβάλλον·
η υποκατάσταση επιβλαβών ουσιών από λιγότερο επιβλαβείς·
ο βιώσιμος χαρακτήρας και η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης των προϊόντων·
ο τελικός αντίκτυπος στο περιβάλλον, την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών·
ο σεβασμός κοινωνικών και ηθικών προτύπων, όπως τα διεθνή πρότυπα εργασίας·
η συνεκτίμηση των κριτηρίων που έχουν καθοριστεί από άλλα σήματα εθνικού ή περιφερειακού επιπέδου·
η μείωση πειραμάτων στα ζώα.

Το σήμα δεν απονέμεται σε προϊόντα που περιέχουν ουσίες που έχουν καταχωρισθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 ως τοξικές, επικίνδυνες για το περιβάλλον, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή ουσίες που εμπίπτουν στο κανονιστικό πλαίσιο για τη διαχείριση των χημικών προϊόντων.

Αρμόδιοι φορείς

Τα κράτη μέλη καθορίζουν έναν ή περισσότερους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τη διαδικασία σήμανσης σε εθνικό επίπεδο. Η λειτουργία τους χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, ενώ όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να συμμετάσχουν στις δραστηριότητές τους.

Οι φορείς αυτοί είναι κυρίως υπεύθυνοι για τον τακτικό έλεγχο της συμμόρφωσης του προϊόντος με τα κριτήρια του σήματος. Επίσης, δέχονται καταγγελίες, ενημερώνουν το κοινό, παρακολουθούν τις αναληθείς διαφημίσεις ή απαγορεύουν προϊόντα.

Διαδικασία απονομής και χρήσης του σήματος

Για να λάβουν το σήμα οι επιχειρήσεις υποβάλουν αίτηση:

σε ένα ή περισσότερα κράτη μέρη, τα οποία την μεταβιβάζουν στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό· σε τρίτο κράτος, το οποίο τη μεταβιβάζει στο κράτος μέλος στο οποίο τίθεται σε εμπορία το προϊόν.

Εάν τα προϊόντα συμμορφώνονται με τα κριτήρια του οικολογικού σήματος, ο αρμόδιος φορέας συνάπτει σύμβαση με την επιχείρηση για τον καθορισμό των όρων χρήσης και αφαίρεσης του σήματος. Μετά από αυτό, η επιχείρηση μπορεί να τοποθετήσει το λογότυπο του σήματος στο προϊόν. Για τη χρήση του σήματος απαιτείται η καταβολή ενός τέλους κατά την υποβολή της αίτησης, και ενός ετήσιου τέλους.

Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο προϊόντων που φέρουν το σήμα.

Συμβούλιο Οικολογικής Σήμανσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΟΣΕΕ)

Η Επιτροπή συνιστά επιτροπή στην οποία εκπροσωπούνται οι αρμόδιοι εθνικοί φορείς, την οποία συμβουλεύεται κατά την κατάρτιση ή την αναθεώρηση των κριτηρίων και των απαιτήσεων απονομής του σήματος.

Πλαίσιο

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1980/2000 καταργείται. Ωστόσο, εξακολουθεί να ισχύει στην περίπτωση συμβάσεων που συνάπτονται πριν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος κανονισμού και μέχρι την καθορισμένη ημερομηνία λήξης τους.
Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013 09:30

Η αρχή της προφύλαξης

Η αρχή της προφύλαξης αναφέρεται στο άρθρο 191 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Στόχος της είναι να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος μέσω προληπτικής λήψης αποφάσεων σε περιπτώσεις κινδύνου. Ωστόσο στην πράξη το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προφύλαξης είναι ευρύτερο και εκτείνεται επίσης στον τομέα της πολιτικής για τους καταναλωτές, στην ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα είδη διατροφής, και στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών.

Έτσι, η παρούσα ανακοίνωση θεσπίζει κοινές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης.

Ο ορισμός της αρχής της προφύλαξης πρέπει επίσης να έχει θετικό αντίκτυπο σε διεθνές επίπεδο, ώστε να εξασφαλίζεται ικανοποιητικό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας στις διεθνείς διαπραγματεύσεις. Η αρχή έχει όντως αναγνωριστεί από διάφορες διεθνείς συμβάσεις και περιέχεται στη συμφωνία για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (SPS) που έχει συναφθεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ).

Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης

Σύμφωνα με την Επιτροπή, μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της προφύλαξης όταν ένα φαινόμενο, ένα προϊόν ή μία διεργασία ενδέχεται να έχει επικίνδυνα αποτελέσματα, τα οποία έχουν προσδιοριστεί μέσω επιστημονικής και αντικειμενικής αξιολόγησης, εάν η αξιολόγηση αυτή δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί ο κίνδυνος με επαρκή βεβαιότητα.

Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης εντάσσεται συνεπώς στο γενικό πλαίσιο της ανάλυσης του κινδύνου (που περιέχει εκτός από την αξιολόγηση του κινδύνου, τη διαχείριση του κινδύνου και την κοινοποίηση του κινδύνου), και ειδικότερα στο πλαίσιο της διαχείρισης του κινδύνου που αντιστοιχεί στο στάδιο της λήψης αποφάσεων.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να γίνει προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης παρά μόνο στην υποθετική περίπτωση ενός δυνητικού κινδύνου και ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί αυτό να δικαιολογήσει την αυθαίρετη λήψη αποφάσεων.

Η προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης δεν δικαιολογείται παρά μόνο εφόσον πληρούνται τρεις προηγούμενες προϋποθέσεις:

ο εντοπισμός δυνητικά αρνητικών αποτελεσμάτων·
η αξιολόγηση των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων·
η έκταση της επιστημονικής αβεβαιότητας.

Τα μέτρα προφύλαξης

Οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση του κινδύνου μπορούν να αποφασίσουν για την ανάληψη ή τη μη ανάληψη δράσης σε συνάρτηση με το επίπεδο του κινδύνου. Εάν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος, μπορούν να υιοθετηθούν περισσότερες κατηγορίες μέτρων, όπως ανάλογες νομοθετικές πράξεις, χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, μέτρα ενημέρωσης του κοινού κ.λπ.).

Οι κοινές κατευθυντήριες γραμμές

Τρεις ειδικές αρχές πρέπει να διέπουν την προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης:

η όσο το δυνατόν πληρέστερη επιστημονική αξιολόγηση και ο προσδιορισμός, στο μέτρο του δυνατού, του βαθμού επιστημονικής αβεβαιότητας·
η αξιολόγηση του κινδύνου και των δυνητικών συνεπειών της απουσίας δράσης·
η συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών στη μελέτη των μέτρων προφύλαξης, από τη στιγμή που τα αποτελέσματα της επιστημονικής αξιολόγησης και/ή της αξιολόγησης του κινδύνου είναι διαθέσιμα.

Επιπλέον, οι γενικές αρχές της διαχείρισης των κινδύνων παραμένουν εφαρμοστέες όταν γίνεται προσφυγή στην αρχή της προφύλαξης. Πρόκειται για τις εξής πέντε αρχές:

τα μέτρα να είναι ανάλογα με το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας·
να μην επιφέρει διακρίσεις η εφαρμογή τους·
να είναι συνεπή με τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί σε παρόμοιες καταστάσεις ή που χρησιμοποιούν παρόμοιες προσεγγίσεις·
να εξετάζονται τα πλεονεκτήματα και οι επιβαρύνσεις που απορρέουν από τις ενέργειες που έχουν αναληφθεί ή την απουσία ενεργειών·
να μπορούν να αναθεωρούνται υπό το φως της επιστημονικής εξέλιξης.

Το βάρος της απόδειξης

Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές και οι ενώσεις που τους εκπροσωπούν πρέπει να αποδείξουν τον κίνδυνο που συνδέεται με μια διεργασία ή ένα προϊόν που κυκλοφόρησε στην αγορά, με εξαίρεση τα φάρμακα, τα παρασιτοκτόνα και τα πρόσθετα τροφίμων.

Ωστόσο, στην περίπτωση που μια ενέργεια γίνεται δυνάμει της αρχής της προφύλαξης, μπορεί να απαιτηθεί από τον παραγωγό, τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα να αποδείξει την απουσία κινδύνου. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Δεν μπορεί να γίνει γενικευμένη επέκτασή της σε όλα τα προϊόντα και τις διεργασίες που προωθούνται στην αγορά.
Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA)

Αποστολή της EFSA είναι η παροχή επιστημονικών συμβουλών και τεχνικής υποστήριξης σε όλους τους τομείς που έχουν αντίκτυπο στην ασφάλεια των τροφίμων. Αποτελεί πηγή ανεξάρτητης ενημέρωσης και κοινοποιεί τους κινδύνους στο ευρύ κοινό.

Στην EFSA μπορούν να συμμετέχουν τα κράτη μέλη της ΕΕ καθώς και οι χώρες που εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την ασφάλεια των τροφίμων.

Η EFSA έχει επίσης τα ακόλουθα καθήκοντα:

συντονίζει την αξιολόγηση των κινδύνων και εντοπίζει τους αναδυόμενους κινδύνους·
παρέχει επιστημονικές και τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των διαδικασιών διαχείρισης των κρίσεων·
συλλέγει και δημοσιεύει τα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων·
δημιουργεί σύστημα δικτύων ευρωπαϊκών οργανισμών που δρουν στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων.

Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης

Στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης (EN) RAPEX συμμετέχουν τα κράτη μέλη, η Επιτροπή, η EFSA. Το σύστημα επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά:

τα μέτρα που αποσκοπούν στον περιορισμό τής θέσης σε κυκλοφορία ή της απόσυρσης τροφίμων από την αγορά·
τις ενέργειες που αναλαμβάνονται μαζί με τους επαγγελματίες του τομέα για τη ρύθμιση της χρήσης των τροφίμων·
την απόρριψη παρτίδας τροφίμων από αρμόδια υπηρεσία συνοριακού σταθμού της ΕΕ.

Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στο πλαίσιο του συστήματος προειδοποίησης πρέπει να κοινοποιούνται στο ευρύ κοινό, εάν αφορούν κίνδυνο που συνδέεται με τα τρόφιμα.

Καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

Όταν τα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που εισάγονται από τρίτη χώρα, αποτελούν σοβαρό και μη περιορίσιμο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία, την υγεία των ζώων ή το περιβάλλον, η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα προστασίας και:

αναστέλλει τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση των προϊόντων προέλευσης ΕΕ·
αναστέλλει τις εισαγωγές προϊόντων προέλευσης τρίτων χωρών.

Ωστόσο, εάν η Επιτροπή δεν δράσει από τη στιγμή που έχει ενημερωθεί για την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να λάβει μέτρα προστασίας. Εντός προθεσμίας δέκα εργάσιμων ημερών, η Επιτροπή συγκαλεί τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων με σκοπό την παράταση, τροποποίηση ή κατάργηση των εθνικών μέτρων.

Σχέδιο για τη διαχείριση κρίσεων

Σε καταστάσεις που ενέχουν άμεσους ή έμμεσους κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, οι οποίοι δεν προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή, η EFSA και τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν γενικό σχέδιο διαχείρισης κρίσεων.

Παρομοίως, όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί κατάλληλα με τις ισχύουσες διατάξεις, η Επιτροπή συγκροτεί αμέσως μονάδα κρίσης στην οποία συμμετέχει η Αρχή παρέχοντας επιστημονική και τεχνική υποστήριξη. Αυτή η μονάδα κρίσης συλλέγει και αξιολογεί όλα τα σχετικά δεδομένα και εντοπίζει τις διαθέσιμες επιλογές για την πρόληψη, εξάλειψη ή μείωση του κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία.
Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013 09:24

Πρότυπα ασφαλείας τροφίμων

Πρότυπα ασφαλείας

Απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά οποιωνδήποτε μη ασφαλών τροφίμων επικίνδυνων για την υγεία και/ή ακατάλληλων προς κατανάλωση. Προκειμένου να καθοριστεί εάν ένα τρόφιμο είναι μη ασφαλές, λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

οι κανονικές συνθήκες χρήσης του·
οι πληροφορίες που παρέχονται στον καταναλωτή·
οι πιθανές σωρευτικές τοξικές επιπτώσεις·
οι ιδιαίτερες ευαισθησίες συγκεκριμένων καταναλωτών.

Όταν ένα μη ασφαλές τρόφιμο αποτελεί μέρος στοίβας, παρτίδας ή αποστελλόμενου φορτίου τροφίμων, θεωρείται ότι όλα τα τρόφιμα στην εν λόγω παρτίδα είναι μη ασφαλή.

Ομοίως, ζωοτροφές οι οποίες θεωρήθηκαν μη ασφαλείς δεν διατίθενται στην αγορά ούτε χορηγούνται ως τροφή σε οποιοδήποτε ζώο που χρησιμοποιείται για την παραγωγή τροφίμων.

Υποχρεώσεις των υπευθύνων επιχείρησης τροφίμων

Οι υπεύθυνοι επιχείρησης τροφίμων εφαρμόζουν τη νομοθεσία για τα τρόφιμα σε όλα τα στάδια της τροφικής αλυσίδας, κατά την παραγωγή, τη μεταποίηση, τη μεταφορά, τη διανομή και την προμήθεια των τροφίμων.

Ομοίως, οι υπεύθυνοι επιχείρησης τροφίμων υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την ανιχνευσιμότητα των προϊόντων σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής, καθώς και των ουσιών που ενσωματώνονται στα τρόφιμα.

Εάν ένας υπεύθυνος επιχείρησης τροφίμων κρίνει ότι ένα τρόφιμο είναι βλαβερό την υγεία των ανθρώπων ή των ζώων, ξεκινά αμέσως διαδικασίες για την απόσυρση του από την αγορά και ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές. Όταν το προϊόν ενδέχεται να έχει φθάσει στους καταναλωτές, ο υπεύθυνος ενημερώνει τους καταναλωτές και ανακαλεί τα προϊόντα που έχει ήδη προμηθεύσει.

Ανάλυση των κινδύνων που συνδέονται με τα τρόφιμα

Η ανάλυση των κινδύνων για την υγεία περιλαμβάνει πολλές φάσεις: την αξιολόγηση, τη διαχείριση και την κοινοποίηση στο κοινό. Η διαδικασία αυτή διεξάγεται με τρόπο ανεξάρτητο, αντικειμενικό και διαφανή, επί τη βάσει των διαθέσιμων επιστημονικών στοιχείων.

Όταν από την ανάλυση διαπιστωθεί η ύπαρξη κινδύνου, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή δύνανται να εφαρμόσουν την αρχή της προφύλαξης και να λάβουν ανάλογα και προσωρινά μέτρα.

Διεθνής αγορά

Η νομοθεσία εφαρμόζεται στα προϊόντα που εξάγονται ή επανεξάγονται στην ΕΕ προτού διατεθούν στην αγορά τρίτης χώρας, εκτός εάν αποφασίσει διαφορετικά η εισάγουσα χώρα.

Η ΕΕ συμβάλλει στην ανάπτυξη των διεθνών τεχνικών προτύπων για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, καθώς και των υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών προτύπων.