Σοφία Αντωνοπούλου

Σοφία Αντωνοπούλου

Διαχειρίστρια του AromaFarm.gr
URL Ιστότοπου: http://www.aromafarm.gr

Εάν επιθυμείτε να εμπορευτείτε καλλυντικά, βότανα, αιθέρια έλαια και μέλι, πρέπει να έχετε γνώση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας:

Από τις 11 Ιουλίου 2013 ο Ευρωπαϊκός κανονισμός 1223/2009 αντικαθιστά την οδηγία 76/768/ΕΚ περί καλλυντικών προϊόντων. Στόχος των διατάξεων του κανονισμού είναι η διασφάλιση της προστασίας της υγείας και η ενημέρωση των καταναλωτών, μεριμνώντας για τη σύνθεση και την επισήμανση των προϊόντων. Ο κανονισμός προβλέπει, επίσης, την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων και την απαγόρευση των δοκιμών σε ζώα.

Τα καλλυντικά προϊόντα είναι ουσίες ή μείγματα ουσιών που προορίζονται να έλθουν σε επαφή με εξωτερικά μέρη του ανθρώπινου σώματος (επιδερμίδα, τριχωτά μέρη, νύχια κ.λπ.) ή με τα δόντια και τους βλεννογόνους της στοματικής κοιλότητας, με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό τον καθαρισμό τους, τον αρωματισμό τους, τη μεταβολή της εμφάνισής τους, την προστασία τους, τη διατήρησή τους σε καλή κατάσταση ή τη διόρθωση των σωματικών οσμών.

Ο ορισμός αυτός είναι σημαντικός, για τον διαχωρισμό των καλλυντικών από άλλα είδη προϊόντων, όπως τα φάρμακα, τα βιοκτόνα, οι ιατρικές συσκευές και τα είδη διατροφής. Η κατάταξη του προϊόντος σας στα καλλυντικά συνεπάγεται μια σειρά από νομικές υποχρεώσεις, ώστε τα προϊόντα σας να καταλάβουν τη θέση που τους αξίζει στην ευρωπαϊκή αγορά.

1. Ελέγξτε αν τα συστατικά του προϊόντος σας επιτρέπονται ή απαγορεύονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

2. Ετοιμάστε έναν Πληροφοριακό Φάκελο Προϊόντος, που θα περιέχει όλα τα εχέγγυα ασφάλειάς του. Η αξιολόγηση της ασφάλειας του προϊόντος υπογράφεται από έναν πιστοποιημένο πραγματογνώμονα ασφαλείας, με σπουδές στη φαρμακευτική ή στην τοξικολογία.

3. Συσκευάστε το προϊόν σας, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

4. Πιστοποιήστε το προϊόν σας.

5. Ελέγξτε τις ιδιότητες του προϊόντος σας. Δεν υπάρχουν σαφείς οδηγίες για το πότε μπορούν να προσδίδονται χαρακτηρισμοί στο προϊόν, όπως «100% φυσικό» ή «οργανικό». Ο γενικός κανόνας είναι ότι η συσκευασία, η εμπορία και η διαφήμιση μέσω κειμένου, ονομάτων, σήματος, εικόνων και σχεδιαγραμμάτων δεν θα πρέπει να προσδίδει στο προϊόν χαρακτηριστικά ή λειτουργίες που δεν διαθέτουν. Εάν το προϊόν διατείνεται ότι παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ο φάκελός του πρέπει να το αποδεικνύει.

6. Απαγορεύονται τα πειράματα σε ζώα.

7. Κανόνες για ορθές πρακτικές εμπορίου και στρατηγικές εκπτώσεων

8. Προστασία εμπορικού σήματος

Όσα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και κρίνονται ακατάλληλα, αποσύρονται από την αγορά.

Καθώς οι καταναλωτές γίνονται όλο και περισσότερο γνώστες της επίδρασης των βιομηχανικών – τεχνητών προϊόντων στην υγεία και στον περιβάλλον, αυξάνεται συνεχώς η ζήτηση για «φυσικά» προϊόντα. Αλλά τι ακριβώς είναι ένα «φυσικό» προϊόν;

Φυσικό εναντίον τεχνητού

Φυσικό είναι ό,τι παράγεται ή υπάρχει στη φύση. Τεχνητό είναι ό,τι προέρχεται από την ανθρώπινη εργασία. Συνθετικό είναι ό,τι παράγεται από τη σύνθεση χημικών στοιχείων, και όχι με φυσικές διαδικασίες.

Υπάρχουν δύο τύποι προϊόντων που φέρουν την «ταμπέλα» του «φυσικού». Τα πρώτα είναι όσα περιέχουν φυσικά υλικά και παράγονται μόνα τους, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Τα δεύτερα είναι όσα παράγονται από φυσικά συστατικά, αλλά δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Ένα παράδειγμα για την πρώτη κατηγορία φυσικών προϊόντων είναι το κρασί. Ο μούστος, τα σάκχαρα και η μαγιά δεν χρειάζονται ανθρώπινη παρέμβαση για να αρχίσουν τη ζύμωση και α μετατραπούν σε αλκοόλ. Ο μόνος λόγος που παρεμβαίνει ο άνθρωπος στη διαδικασία της ζύμωσης είναι για να δημιουργήσει ελεγχόμενες συνθήκες, ώστε να παραχθεί καλύτερης ποιότητας κρασί.

Ένα ακόμη παράδειγμα φυσικού προϊόντος της πρώτης κατηγορίας είναι το σαπούνι. Το σαπούνι παρασκευάζεται από έλαιο και αλκαλικό διάλυμα, τα οποία αναμιγνύονται, αντιδρούν, και σχηματίζουν φυσικά το σαπούνι, παρόλο που η διαδικασία είναι ασυνήθιστη. Τα πρώτα σαπούνια παρασκευάστηκαν από στάχτες ξύλου – φυσικό αλκαλικό – και λάδι, και ήταν σκληρά και τραχιά. Σήμερα τα σαπούνια παρασκευάζονται σε ελεγχόμενες συνθήκες και είναι ιδιαίτερα απαλά και αποτελεσματικά.

Αντίθετα, ένα παράδειγμα «τεχνητού» προϊόντος, φτιαγμένου από φυσικά συστατικά, είναι το κέικ σοκολάτας. Το αλεύρι, η ζάχαρη, το κακάο, το βούτυρο, τα αυγά, και άλλα συστατικά, είναι σίγουρα φυσικά, αλλά το κέικ δεν θα υπήρχε χωρίς την ανθρώπινη παρέμβαση. Ο μόνος τρόπος για να παρασκευαστεί το κέικ είναι να αναμίξει ο άνθρωπος τα υλικά και να εφαρμόσει θερμότητα σε αυτά. Έτσι, το κέικ είναι ένα τεχνητό προϊόν.

Είναι όμως αυτά τα παραδείγματα ικανά να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη διαφορά μεταξύ φυσικού και τεχνητού; Σε ό,τι αφορά το κρασί και το σαπούνι, προφανώς όλοι συμφωνούν ότι αποτελούν φυσικά προϊόντα, αλλά σε ό,τι αφορά το κέικ, δεν θα συμφωνούσαν όλοι ότι αποτελεί ένα τεχνητό προϊόν. Επομένως, η έννοια του τεχνητού προϊόντος χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

Τεχνητό εναντίον συνθετικού

Οι περισσότεροι καταναλωτές θεωρούν ότι τεχνητό και συνθετικό είναι συνώνυμα, αλλά υπάρχει ξεκάθαρος διαχωρισμός. Παρόλο που τα τεχνητά προϊόντα για να γίνουν απαιτούν την ανθρώπινη παρέμβαση, παρασκευάζονται από φυσικά συστατικά. Αντιθέτως, τα συνθετικά προϊόντα, όχι μόνο απαιτούν ανθρώπινη παρέμβαση, αλλά και παράγονται από χημικά συστατικά (εργαστηριακή ένωση χημικών στοιχείων), δηλαδή συστατικά που δεν υπάρχουν στη φύση ή καλύτερα, δεν υπάρχουν ανεξάρτητα στη φύση.

Γιατί αυτή η διάκριση; Γιατί πολλά χημικά συστατικά υπάρχουν στη φύση. Πολλά οργανικά χημικά που χρησιμοποιούνται στο εργαστήριο βρίσκονται σε μικρές ποσότητες στα φυτά. Για παράδειγμα, το πετρέλαιο προέρχεται από αρχαίο φυτικό υλικό, και το πετρέλαιο είναι η βάση πολλών χημικών συστατικών.

Έτσι, πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι το «φυσικό» δεν μπορεί να οριστεί επακριβώς, γιατί πολλά βιομηχανικά χημικά που αποφεύγουν οι καταναλωτές, έχουν στην πραγματικότητα βιολογική – φυσική προέλευση. Όμως, μια χημική ουσία μπορεί να αποτελεί συστατικό π.χ. ενός φυτού, αλλά δεν τη συναντάμε μόνη της στη φύση, και για να χρησιμοποιηθεί πρέπει να εξαχθεί εργαστηριακά. Τότε ακριβώς είναι που το προϊόν παύει να είναι φυσικό.

Ας πάρουμε το παράδειγμα του ελαίου καρύδας: Το έλαιο καρύδας εξάγεται από τον φρέσκο καρπό δεν είναι πιο φυσικό απ’ ό,τι όταν παρασκευάζεται από το ακατέργαστο πετρέλαιο. Η πρωταρχική διαφορά είναι ότι ο φρέσκος καρπός είναι μια ανανεώσιμη πηγή ελαίου καρύδας, ενώ το ακατέργαστο πετρέλαιο, όχι, αλλά η χημική σύσταση των δύο ελαίων είναι ίδια (παρόλο που υπάρχουν και διαφορετικές απόψεις).

Αυτή είναι η γκρίζα ζώνη της συζήτησης για τα φυσικά προϊόντα.

Πόσο φυσικό είναι ένα προϊόν;

Όταν ο καταναλωτής προσπαθεί να αποφασίσει πόσο φυσικό είναι ένα προϊόν, κοιτάζει την ετικέτα με τις πληροφορίες. Οι παρασκευαστές το γνωρίζουν αυτό. Επίσης γνωρίζουν ότι το φυσικό έχει τόσο ευρεία ερμηνεία, που αρκούνται στο να αναγράψουν στην ετικέτα: «δεν περιέχει συνθετικά» ή «100% φυσικό προϊόν», ώστε να εναρμονιστούν με το γράμμα του νόμου, παρόλο που το ίδιο προϊόν δεν είναι φυσικό.

Επίσης, τα συστατικά που αναγράφονται στη συσκευασία των προϊόντων μπορεί να αναγράφουν τα αρχικά συστατικά (π.χ. αλεύρι, ζάχαρη, αυγά στο κέικ) ή μπορεί να περιγράφουν τα αποτελέσματα των χημικών αντιδράσεων όταν τα συστατικά τοποθετηθούν μαζί. Για παράδειγμα, ένα σαπούνι, μπορεί να αναγράφει ότι περιέχει: «Ελαιόλαδο, φοινικέλαιο, λάδι καρύδας, νερό», αντί για τα αποτελέσματα των χημικών αντιδράσεων των συστατικών αυτών: «λιπαρά οξέα, τριγλυκερίδια, υδροξείδιο του νατρίου, γλυκερίνη». Από την οπτική γωνία του καταναλωτή, ο πρώτος τρόπος αναγραφής είναι πιο «φυσικός», αλλά και οι δύο περιγράφουν το ίδιο ακριβώς προϊόν. Η παρανόηση έρχεται όταν ένα προϊόν περιέχει, τόσο φυσικά, όσο και συνθετικά συστατικά. Είναι δύσκολο για τον καταναλωτή να τα διαχωρίσει, όταν χρησιμοποιούνται οι χημικές τους ονομασίες.

Παρόλο που συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι το «φυσικό» είναι «μη τοξικό», αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Πολλές φυσικές ουσίες παράγουν χημικές αντιδράσεις που μπορούν να βλάψουν τον άνθρωπο, ενώ τα συνθετικά «ξαδέρφια» τους μπορεί να είναι κατάλληλα επεξεργασμένα για την απομάκρυνση του τοξικού στελέχους.

Μερικές φορές η αποτελεσματικότητα των συνθετικών προϊόντων είναι μεγαλύτερη από τα φυσικά «ξαδέλφια» τους. Για παράδειγμα, το φυσικό σαπούνι είναι άριστο για τον καθαρισμό του δέρματος, γιατί συμβάλλει στην ανανέωση της φυσικής λιπαρότητας της επιδερμίδας και της παρέχει θρεπτικά συστατικά και βιταμίνες, αλλά όταν πρέπει να καθαρίσουμε υφάσματα ή σκληρές επιφάνειες, χρησιμοποιούμε ισχυρά απορρυπαντικά. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει όταν χρησιμοποιούμε σαπούνι σαν σαμπουάν για τα μαλλιά. Το σαπούνι αφήνει άλατα, που δεν απομακρύνονται εύκολα, κάτι που αποφεύγεται με τα σαμπουάν με συνθετικά συστατικά, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι τοξικά.

Σε ό,τι αφορά τα προϊόντα προσωπικής περιποίησης, πρέπει να προσέχουμε ώστε να μην έρχονται τυχόν τοξικές ουσίες σε επαφή με το δέρμα ή τους πνεύμονές μας. Όταν ένα προϊόν εφαρμόζεται στο δέρμα, το διαπερνά, και μεταφέρει στις κατώτερες στοιβάδες του τυχόν χημικά, τα οποία διαχέονται σε όλο το σώμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις πτητικές ουσίες των αρωμάτων.

Εκτός από την αποτελεσματικότητα και την τοξικότητα, ένα ακόμη σημείο, που πρέπει να ληφθεί υπόψη στη σύγκριση φυσικών – συνθετικών προϊόντων είναι η επίδρασή τους στο περιβάλλον. Ενώ τα φυσικά προϊόντα χρησιμοποιούν ανανεώσιμες φυσικές πηγές, τα συνθετικά προϊόντα παράγουν απόβλητα και υπολείμματα, ενώ απαιτούν τη χρήση και επικίνδυνων τοξικών χημικών κατά τη διαδικασία παραγωγής τους, παρόλο που το τελικό προϊόν δεν είναι επικίνδυνο και τοξικό. Σ΄αυτήν την περίπτωση σαφώς υπερέχουν τα φυσικά προϊόντα.

Εκτός από καταναλωτές ασφαλών προϊόντων, πρέπει να είμαστε και έξυπνοι καταναλωτές. Δεν είναι αρκετό να διαβάζουμε τις λέξεις «φυσικό» ή «οργανικό» στην ετικέτα, αλλά πρέπει να εξετάζουμε ενδελεχώς τα συστατικά τους, να ενημερωνόμαστε για τις διαδικασίες παρασκευής τους, να λαμβάνουμε υπόψη την προστιθέμενη αξία τους και την οικολογική τους σημασία.
Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013 10:31

Πράσινα γλυπτά

Στο Βοτανικό Κήπο του Μόντρεαλ του Καναδά διεξάγεται ο μεγαλύτερος διεθνής διαγωνισμός πράσινων γλυπτών, με περισσότερους από διακόσιους συμμετέχοντες από είκοσι χώρες να παρουσιάζουν στην κριτική επιτροπή και το κοινό τις δημιουργίες τους.



Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 23:28

Κάρδαμο

Κάρδαμο (Lepidum sativum)

Κοινή ονομασία πολλών φυτών που καλλιεργούνται για σαλατικά. Ως κάρδαμο αναφέρεται κυρίως το «λεπίδιο το εδώδιμο» της οικογένειας των Σταυρανθών (δικοτυλήδονα), που καλλιεργείται και στην Ελλάδα από την αρχαία εποχή. Είναι μονοετές, ύψους 50-60 εκ., γλαυκοπράσινο με φύλλα άφθονα, ποικιλόμορφα, και αναπτύσσεται γρήγορα.

«Νεροκάρδαμο» ονομάζεται η υδροχαρής πόα «ναστούρτιο το φαρμακευτικό» της οικογένειας των Σταυρανθών (δικοτυλήδονα), αυτοφυής στην Ελλάδα στις όχθες ποταμών, στα ρυάκια και στις πηγές. Έχει βλαστό γωνιώδη, πολύκλαδο προς τα πάνω, με φύλλα πτεροσχιδή, σχηματισμένα από πέντε ή περισσότερα βαθυπράσινα και σχετικά παχιά φυλλάρια, με το επάκριο μεγαλύτερο από τα άλλα και πολυγωνικό-στρογγυλεμένο. Έχει άνθη μικρά, λευκά, με 4 πέταλα κατά επάκριο βότρυ. Τα φύλλα του νεροκάρδαμου τρώγονται βρασμένα ως σαλατικό. Μπορούν να φαγωθούν και ωμά, αλλά η χρήση αυτή είναι επικίνδυνη, γιατί πάνω σε αυτό το φυτό ζουν οι προνύμφες του παρασιτικού σκώληκα του ήπατος «φασίολα η ηπατική» ή «δίστομο το ηπατικό».
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 23:17

Σινάπι

Σινάπι (Sinapis alba)

Όνομα με το οποίο είναι γνωστά τα φυτά «σίναπις η λευκή» και «σίναπις η μελάνη», που ανήκουν στην οικογένεια των Σταυρανθών ή Κρουτσιφόρων (δικοτυλήδονα) και είναι πόες άγριες και κοινές, ακόμα και στα ακαλλιέργητα εδάφη των εύκρατων περιοχών. Η πρώτη, που είναι αυτοφυής στην Ελλάδα όπου επίσης καλλιεργείται σα λαχανικό, έχει βλαστό όρθιο, περισσότερο ή λιγότερο τριχωτό, διακλαδιζόμενο, με φύλλα λυροειδή, πτεροσχιδή, επίσης τριχωτά. Τα κίτρινα άνθη είναι διατεταγμένα κατά βότρυς. Ο καρπός είναι κέρας τριχωτό, με τρίχες λευκές, υποκυλινδρικό, με ράμφος μακρύ και πλατύ. Τα σπέρματά του είναι μικρά, υποστρόγγυλα και έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε λάδι (20-30%), που καμιά φορά χρησιμοποιείται για διατροφή. Περιέχουν επίσης ένα γλυκοσίδιο, τη σιναλπίνη και ένα ένζυμο, τη μυροσίνη, που ενεργεί παρουσία νερού επί του γλυκοσίδιου και παρέχει την ουσία που δίνει το άρωμα στη μουστάρδα, η οποία παρασκευάζεται από αλεύρι των σπερμάτων. Η μουστάρδα έχει ευχάριστη και πικάντικη γεύση και χρησιμοποιείται ως άρτυμα.

Η «σίναπις η μελανή» είναι αντίθετα λεία πόα, με φύλλα τραχιά, λυροειδώς πτεροσχιδή τα κατώτερα, επιμήκη-λογχοειδή τα ανώτερα. Τα μικρά άνθη έχουν 4 κίτρινα πέταλα και είναι διατεταγμένα κατά επάκριους βότρυς. Οι καρποί είναι κέρατα επιμήκη, τετράγωνα, με σπέρματα στρογγυλά, καστανόμαυρα και επιφάνεια δικτυωτή. Όπως η πρώτη, περιέχει κι αυτή ένα παχύ λάδι, η χρήση του οποίου όμως είναι αρκετά περιορισμένη. Επειδή είναι πιο σκληρό φυτό και έχει μεγαλύτερη προσαρμογή στην ξηρασία, χρησιμοποιείται κατά προτίμηση για χλωρή νομή. Χορηγείται κυρίως στις αγελάδες, που την προτιμούν ιδιαίτερα. Η μουστάρδα που παρασκευάζεται από τα σπέρματά της είναι πιο δυνατή: Το αλεύρι που προέρχεται από αυτά χρησιμοποιείται περισσότερο από της λευκής, στη φαρμακευτική.

Ιατρική: Με τον όρο «συναπισμός» χαρακτηρίζονται διάφορες θεραπευτικές εφαρμογές των σπόρων του είδους «σίναπις η μελανή», με τη μορφή του επισπαστικού από σιναπέλαιο και οινοπνευματώδους βάμματος και πιο συχνά με τη μορφή της σιναπούχου πάστας και του σιναπούχου χάρτου. Το σιναπέλαιο περιέχεται επίσης σε μερικά φαρμακευτικά παρασκευάσματα του εμπορίου (καταπλάσματα, τσιρότα, αλοιφές).
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 22:59

Παπαρούνα

Παπαρούνα (Papaver rhoeas)

Κοινή ονομασία διάφορων ειδών του βοτανικού γένους «μήκων» (οικογένεια Μηκωνιδών, δικοτυλήδονα). Κοινότερο είδος είναι η άγρια παπαρούνα (μήκων η ροιάς), που συναντιέται άφθονη μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου σε όλη την Ελλάδα, στους ακαλλιέργητους αγρούς, στους κάμπους, στους σιταγρούς, των οποίων αποτελεί ζιζάνιο. Τα μεγάλα της άνθη είναι εντυπωσιακά, με στεφάνη από τέσσερα ζωηρά κόκκινα πέταλα, που στη βάση (όνυχα) είναι μελανά. Στο ανοιγμένο άνθος λείπει ο κάλυκας, ο οποίος κατά το στάδιο που το άνθος είναι μπουμπούκι αποτελείται από δύο κοίλα, τραχέα, λόγω τριχών, σέπαλα και ο οποίος, καθώς το άνθος ανοίγει, πέφτει. Χαρακτηριστικός είναι ο ύπερος, που αποτελείται από μερικά καρπόφυλλα, συμφυή προς σφαιρική ωοθήκη και πάνω στον οποίο τα απλωτά και ενωμένα σε δίσκο στίγματα σχηματίζουν ένα είδος πώματος. Τον περιβάλλουν πολυάριθμοι στήμονες με μικρούς γκρίζους-ιώδεις ανθήρες. Η ωοθήκη ωριμάζοντας μετασχηματίζεται σε κάψα (κωδία), που είναι γεμάτη από πλήθος καστανόμαυρους μικροσκοπικούς σπόρους και ανοίγει με πόρους κάτω από το στιγματοφόρο δίσκο της κορυφής.

Συγγενές είδος είναι το αφιόνι (μήκων η υπνοφόρος) που κατάγεται από την ανατολική Ασία, έχει άνθη λευκά, κόκκινα ή πορφυρά, ανάλογα με την ποικιλία και καλλιεργείται για την εξαγωγή του οπίου, καθώς επίσης και για την παραγωγή σπερμάτων και την εξαγωγή με έκθλιψη ελαίου. Υπάρχουν ποικιλίες με άνθη διπλά ή με πέταλα κροσωτά και κατασχισμένα, που είναι κατάλληλες για καλλωπιστικά φυτά κήπου. Στην Ελλάδα έχει απαγορευτεί η καλλιέργεια της παπαρούνας αφιόνι, καλλιεργούνται όμως οι καλλωπιστικές ποικιλίες της στους κήπους και στα πάρκα. Ο βλαστός της, που μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει σε ύψος το ένα μέτρο, φέρει φύλλα ωοειδή-προμήκη, ανίσως οδοντωτά, περίβλαστα, γλαυκόχροα. Η σφαιροειδής ωοθήκη είναι πολύ πιο μεγάλη από της άγριας παπαρούνας. Με εντομές και χαραγές στον ημιώριμο καρπό (κάψα ή κωδία) της παπαρούνας της υπνοφόρου, εξέρχεται οπός με τη μορφή ρητινωδών σταγόνων, που πήζει γρήγορα στον αέρα. Ο αποξηραμένος οπός αποτελεί το όπιο, υπνωτική και καταπραϋντική δρόγη, από την οποία εξάγονται πολλά άλλα αλκαλοειδή, που επίσης χρησιμοποιούνται στην ιατρική, όπως κωδεΐνη, θηβαίνη, παπαβερίνη, μορφίνη. Από την παπαρούνα την υπνοφόρο ξεχωρίζουν στη γεωργία ποικιλίες για παραγωγή ελαίου, που έχουν λευκά άνθη και καρπούς (κάψες ή κωδίες) χωρίς πόρους. Από τα σπέρματά τους εξάγεται με έκθλιψη εδώδιμο έλαιο, όχι πολύ αξιόλογο, και με εξαγωγή εν θερμώ, ένα ξηραινόμενο έλαιο για ζωγραφική και βερνίκια.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 22:40

Ξινίδα

Ξινίδα, λάπαθο, ξινήθρα (Rumex sp.)

Κοινή ονομασία μερικών ποωδών φυτών που ανήκουν στο γένος «ρούμεξ» (οικογένεια Πολυγωνίδες) και στο γένος «οξαλίς» (οικογένεια Οξαλιδίδες). Στο πρώτο γένος υπάγεται το φυτό «ρούμεξ η οξαλίς», που αυτοφύεται σε καλλιεργημένους και χέρσους αγρούς σε όλη την Ελλάδα. Είναι συγγενές με το ξινολάπαθο (ρούμεξ ο όξινος), αλλά πιο μικρό και έχει γεύση χάρη στο οξαλικό οξύ που περιέχει (λάπατο).

Στο γένος «οξαλίς» υπάγεται, ως το πιο κοινό παράδειγμα, η «οξαλίς η ξινήθρα», που αυτοφύεται σε σκιερές, υγρές και δασοσκεπείς περιοχές της Πελοποννήσου και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Είναι ένα μικρό φυτό με όλα τα φύλλα παράρριζα, μακρόμισχα, που αποτελούνται από τρία καρδιόσχημα φυλλάρια που σχηματίζουν ένα χαρακτηριστικό τριφύλλι. Τα άνθη επίσης με μακρύ μίσχο που φύεται από τη βάση, είναι λευκά ή ρόδινα, με στεφάνη χοανοειδή, πενταπέταλα. Από το φυτό αυτό βγαίνει ένα αλάτι που χρησιμοποιείται στην κυανογραφία και στην ηλιογραφία. Αφέψημα του φυτού χρησιμοποιείται από τη λαϊκή ιατρική ως διουρητικό και στυπτικό.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 22:14

Μυρτιά

Μυρτιά (Myrtus communis)

Αειθαλής θάμνος που αυτοφύεται στη ζώνη των πλατυφύλλων αειφύλλων σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις άλλες παραμεσόγειες χώρες. Ανήκει στην οικογένεια των Μυρτιδών (δικοτυλήδονα). Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν «μυρρίνη», «μύρτο», «μυρσίνη», ονόματα απ’ όπου προέρχονται και τα σημερινά.

Είναι θάμνος πολύκλαδος, μακρόβιος, που φτάνει σε ύψος τα 3 μ.. Τα φύλλα του είναι μικρά, σχεδόν επιφυή, δερματώδη, ωοειδή-λογχοειδή, λεία και έχουν χρώμα πράσινο σκούρο γυαλιστερό. Κατά το τρίψιμο αναδίδουν ευχάριστο άρωμα, επειδή έχουν ελαιοφόρους αδένες. Τα εύοσμα και μονήρη άνθη φέρονται από μικρούς μίσχους στις μασχάλες των φύλλων και αποτελούνται από πέντε σέπαλα, πέντε λευκά πέταλα και πολυάριθμους στήμονες, που σχηματίζουν στο εσωτερικό της ελαφρά κοίλης στεφάνης ένα μικρό κιτρινωπό φτερό. Τα σέπαλα του κάλυκα συνοδεύονται από δύο εύπτωτα βράκτια. Οι καρποί είναι μικρές σαρκώδεις ράγες, μελανοκυανές, πολύσπερμες, με επίστρωμα κηρώδες και μόνιμο κάλυκα στην κορυφή. Τους καρπούς αυτούς τρώγουν άπληστα τα πτηνά, ιδιαίτερα οι τσίχλες, τα οποία διασπείρουν τους μικρούς σπόρους και συντελούν έτσι στη διάδοση του φυτού. Το ξύλο της μυρτιάς, όπως επίσης τα άνθη και τα φύλλα, είναι εύοσμο και αρκετά σκληρό, γι’αυτό και προσφέρεται για εργασίες του τόρνου.

Από την απόσταξη των ανθέων και των φύλλων εξάγεται ένα αιθέριο έλαιο, το μυρτέλαιο, κατάλληλο για την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 22:05

Μολόχα

Μολόχα (Malva nicaeensis)

Διετής ή πολυετής πόα της οικογένειας των Μαλαχιδών ή Μαλβιδών (δικοτυλήδονα), αυτοφυής σε όλη την Ελλάδα. Ανθίζει από την άνοιξη ως το φθινόπωρο. Έχει πολύκλαδους κυλινδρικούς βλαστούς και φύλλα παλαμοειδή, λοβώδη. Τα άνθη είναι μεγάλα, ροδοϊώδη, με 5 πέταλα δισχιδή στην κορυφή και κάλυκα πεντάλοβο. Έχουν επίσης ένα υποκαλύκι με τρία φυλλίδια. Καρπός κάψα σύνθετη από καρπίδια κιτρινωπά, λεία. Αυτή είναι η κυρίως φαρμακευτική μολόχα, επειδή έχει μαλακτικές και καταπραϋντικές ιδιότητες: Τα φύλλα της και κυρίως τα άνθη (μολοχάνθη), χρησιμοποιούνται ως κατάπλασμα, αφέψημα ή εκχύλισμα σε περιπτώσεις ενοχλήσεων του αναπνευστικού, του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος.

Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει οκτώ ακόμα είδη μολόχας όπως «μολόχα η στρογγυλόφυλλη», «μολόχα η κρητική», «μολόχα η ορεινή», «μολόχα η μικροφυής» κλπ.. Συγγενή είδη (όπως «μολόχα η ουλόφυλλη» και «μολόχα η ερυθρόχρωμη») καλλιεργούνται στους κήπους ως καλλωπιστικά. Η «μολόχα η ουλόφυλλη», ιθαγενής της Συρίας, παράγει κλωστικές ίνες που χρησιμοποιούνται για κατασκευή υφασμάτων και σχοινιών.

Ονομάζονται κοινώς «μολόχες» και τα αυτοφυόμενα στην Ελλάδα είδη του συγγενούς γένους Λαβατέρα. Ένα από αυτά, η «δενδρώδης», φτάνει σε ύψος τα 1-2 μ. και αντέχει στις παραθαλάσσιες τοποθεσίες.
Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013 21:46

Κρόκος

Κρόκος, ζαφορά, σαφράν (Crocus sativus)

Βολβόριζη πόα της οικογένειας των Ιριδιδών (μονοκοτυλήδονα). Τα στίγματα των ανθέων τους τα χρησιμοποιούσαν και στην αρχαιότητα σε διάφορα μαγειρικά παρασκευάσματα. Αυτοφύεται στην Περσία, στην Ινδία και στη Μ. Ασία, που είναι και οι περιοχές με τη μεγαλύτερη παραγωγή κρόκου. Στην Ελλάδα το είδος αυτό του κρόκου απαντάται σε περιορισμένη κλίμακα (περιοχή Κοζάνης) και μόνο σαν καλλιεργούμενο φυτό.

Έχει βολβό κονδυλώδη, από τον οποίο εκφύονται 6-10 στενά, επιμήκη, πράσινα φύλλα, συγχρόνως με τα άνθη. Τα άνθη, 1-2 κατά βολβό, αποτελούνται μόνο από το περιγόνιο, το οποίο ξεκινά με ένα μακρύ σωλήνα από το βολβό και απολήγει ανοίγοντας σε 6 λοβούς πορφυροϊώδεις ή λευκοϊώδεις, με φάρυγγα χνουδωτό. Οι στήμονες (τρεις) έχουν νήματα λευκά και ανθήρες κίτρινους. Ο στύλος απολήγει σε τρία στίγματα κιτρινοπορτοκαλόχρωμα, τα οποία αναδίδουν ευχάριστο άρωμα που οφείλεται σε ένα αιθέριο έλαιο. Τα στίγματα αυτά, γνωστά στο εμπόριο σαν «σαφράνα», «ζαφορά» ή «σαφαράνα», είναι τα μέρη του φυτού, τα οποία χάρη στις αρωματικές, χρωστικές και φαρμακευτικές ουσίες που περιέχουν, χρησιμοποιούνται στη μαγειρική σαν άρτυμα, στη φαρμακευτική για την παρασκευή του λάβδανου και στη βαφική για να προσδώσουν το χρυσοκίτρινο χρώμα. Η ποσότητα ζαφοράς που δίνει ένα άνθος είναι ελάχιστη: Για να συλλεχθούν 50 γραμμάρια ζαφοράς, απαιτούνται 7.000-8.000 φυτά. Γι’αυτό το κόστος της είναι πάρα πολύ υψηλό. Επειδή η τιμή της είναι πάρα πολύ υψηλή, η ζαφορά νοθεύεται συχνά με σκόνη πετάλων κίτρινης καλέντουλας, καρθάμου ώχρας κλπ.. Ζαφορά κατώτερης ποιότητας εξάγεται και από τα άνθη του «κρόκου του μεσαίου», του «κρόκου του μακρυανθούς» και του «κρόκου του τουρνεφόρτειου».

Συγγενές είδος είναι και ο «κρόκος ο βέρνους» των αλπικών δασών και λιβαδιών. Ανθίζει στις αρχές της άνοιξης και έχει άνθη λευκά ή ιώδη με 6 σέπαλα. Τα φύλλα εμφανίζονται μετά τα άνθη και έχουν χρώμα σκούρο πράσινο, με μια λευκή γραμμή κατά μήκος του μέσου. Πολλές ποικιλίες του, όπως επίσης και του «κρόκου του εδώδιμου», καλλιεργούνται στους κήπους για καλλωπιστικούς σκοπούς.

Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει 17 είδη αυτοφυών κρόκων όπως τον «κρόκο το βελούχιο», «κρόκο το διανθή», «κρόκο το χρύσανθο», «κρόκο τον αττικό», «κρόκο τον τουρνεφόρτειο», «κρόκο της Αφροδίτης», «κρόκο τον πελοποννησιακό» κ.ά..